Παρασκευή 12 Ιουλίου 2024

Βιοτεχνίες αεριούχων αναψυκτικών στην Κριτσά Λασιθίου.

 

Από τις χειροκίνητες ΜΗΧΑΝΕΣ ΣΤΑ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ

 ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΑΝΑΨΥΚΤΙΚΩΝ

 ΚΑΙ  Ο ΚΡΙΤΣΩΤΗΣ «ΛΕΜΟΝΑΤΖΗΣ», ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΛΩΝΤΖΑΣ

Ιστορική διαδρομή των αναψυκτικών

 

Μια χειροκίνητη μηχανή  

   Η ιστορία των αναψυκτικών χρονολογείται πολλούς αιώνες πριν. Η πρώτη τους αναφορά γίνεται κατά τα ρωμαϊκά χρόνια.

Κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα έκαναν την εμφάνισή τους οι πρώτες μικρές μονάδες παραγωγής αναψυκτικών.

Η εμφάνισή τους ήταν αποτέλεσμα της ανάγκης των ανθρώπων να παρασκευάσουν ροφήματα ώστε να δροσίζονται κατά τους ζεστούς μήνες του καλοκαιριού, αφού σερβίρονται παγωμένα, αλλά κυρίως ήθελαν να εκμεταλλευτούν το χυμό των εσπεριδοειδών, που περίσσευαν ως φρούτο στο τραπέζι, αντί να οδηγηθούν στις χωματερές.

Επομένως η πρώτη ύλη τους προέρχονταν από το πλεόνασμα της σοδειάς φρούτων κάθε χρονιάς.

Με ελάχιστα τεχνολογικά μέσα, όλη η διαδικασία παραγωγής γινόταν χειροκίνητα.

Μέχρι το 1950, σχεδόν κάθε ελληνική πόλη είχε και τη δική της μικρή βιοτεχνία παραγωγής αναψυκτικών πριν ξεκινήσει η  βιομηχανική επανάσταση και η εφαρμογή των νέων μεθόδων με τα σύγχρονα μηχανήματα παραγωγής.

Τα πορτοκάλια, τα λεμόνια και τα μανταρίνια ήταν τα πρώτα που ο άνθρωπος σκέφτηκε να αξιοποιήσει. Ήταν τα πιο συνηθισμένα φρούτα που καλλιεργούσαν και  παρήγαγε άφθονα η  ελληνική γη.

Στο χωριό μας την Κριτσά, οι τότε εν λειτουργία βιοτεχνίες χρησιμοποιούσαν για την παρασκευή τους τα εξαιρετικής ποιότητας άφθονα την εποχή εκείνη, νερά του Κεφαλόβρυσου.

Η ποιότητα του νερού είναι καθοριστική για την επιτυχία ενός αναψυκτικού. Ακαθαρσίες, όπως αιωρούμενα σωματίδια, οργανική ύλη και βακτήρια, μπορεί να αλλοιώσουν τη γεύση και το χρώμα και τα καθιστούν ακατάλληλα για την υγεία του ανθρώπου.

 Επίσης ντόπια πορτοκάλια και λεμόνια αλλά κι ευρύτερα, (ο κάμπος π.χ. του Καλού Χωριού), παρήγαγε μεγάλες ποσότητες εσπεριδοειδών, τα οποία ήταν άριστης ποιότητας και μάλιστα χωρίς λιπάσματα.

 

Τύπος μπουκαλιού αναψυκτικού με τις μπίλιες

Ο κόσμος τα έμαθε, τα προτιμούσε και τα απολάμβανε. Τα ψυγεία πάγου, (δεν είχαν κατασκευαστεί ακόμη τα ηλεκτρικά), των καφενείων την εποχή εκείνη, ήταν πάντα γεμάτα, έτοιμα να ικανοποιήσουν τους πελάτες τους.

Κυρίως τα αναψυκτικά που κυκλοφορούσαν, (πορτοκαλάδα, λεμονάδα, γκαζόζα), τότε σε γυάλινο μπουκάλι, αποτελούσαν ότι καλύτερο για να σβήσουν τη δίψα τους όπως προαναφέραμε κατά τους θερινούς μήνες κυρίως, και παράλληλα  να  απολαύσουν τη γεύση τους.

Το 1924 τα αναψυκτικά “μπήκαν” στη γυάλινη φιάλη με τη χαρακτηριστική γυάλινη μπίλια σαν πώμα.

Με την πάροδο των ετών με τα ανθρακούχα αναψυκτικά να είναι διαθέσιμα σε εστιατόρια, μπακάλικα, πολυκαταστήματα, αυτόματους πωλητές σε σχολεία, γραφεία και δημόσια κτίρια, πολύ σύντομα ξεπέρασαν σε δημοτικότητα όλα τα άλλα είδη ποτών.

Σε αυτό βέβαια συνέβαλε και η διαφήμιση, η οποία με πρωτότυπα σλόγκαν έδινε μερικές φορές στα αναψυκτικά θεραπευτικές ιδιότητες, αν και μερικές ακραίες ρεκλάμες τα παρουσίαζαν σχεδόν ως θαυματουργά...!

Το πρώτο αυτόματο μηχάνημα πώλησης αναψυκτικών εφευρέθηκε τη δεκαετία του 1920 και η σφραγισμένη κονσέρβα, (κουτί) αναψυκτικών, τη δεκαετία του 1950.

Τα ελαφριά και ανθεκτικά στο σπάσιμο πλαστικά μπουκάλια άρχισαν να χρησιμοποιούνται στη δεκαετία του 1970, αν και μόλις το 1991 η βιομηχανία αναψυκτικών χρησιμοποιούσε πλαστικό που πληρούσε πληρέστερα τους όρους καλής υγιεινής σε ευρεία κλίμακα.

Τη δεκαετία του 1980, με την εισβολή των πολυεθνικών εταιριών παραγωγής αναψυκτικών, οι περισσότερες μικρές επιχειρήσεις δεν άντεξαν στον ανταγωνισμό κι έκλεισαν.

Υπήρχαν όμως και περιπτώσεις όπου μικρές βιοτεχνίες κατάφεραν να ανταπεξέλθουν και επιβιώνουν έως σήμερα.

Μια υπόθεση σχεδόν…οικιακή!

Αν ανατρέξουμε πίσω στις δεκαετίες του ‘50 και ’60, τα αναψυκτικά, ήταν υπόθεση σχεδόν… οικιακή!

Πολύ απλά, όσοι είχαν την όρεξη και το έβλεπαν σαν επάγγελμα βιοποριστικό  και διέθεταν και κάποιο χώρο έστηναν τη μικροβιοτεχνία τους.

 Η παρασκευή των αναψυκτικών την εποχή αυτή απαιτούσε να έχεις την ειδική μηχανή, μια φιάλη οξυγόνου, τα λεμονοπορτόκαλα ή έτοιμους χυμούς που τους προμήθευαν οι παραγωγοί χυμών σε παχύρρευστη συμπυκνωμένη μορφή σε γαζοντενεκέδες, ή πλαστικά βαρελάκια, τα γυάλινα μπουκάλια με τα καπάκια, καθώς και τις γούρνες για το πλύσιμο των μπουκαλιών και τέλος ξύλινα κιβώτια.

 



Τα μπουκάλια ως γνωστόν έμπαιναν σε κιβώτια ανά 24τετράδα κι επιστρέφονταν στη συνέχεια από τον καφετζή. Επομένως κάθε φορά έπρεπε να πλυθούν καλά εσωτερικά  με κάποια βούρτσα στις γούρνες - δεξαμενές με νερό, ώστε να είναι καθαρά και να  γεμίσουν ξανά.

Ας θυμηθούμε τη διαδικασία εμφιάλωσης

Τα πρώτα χρόνια η παρασκευή γινόταν αρκετά δύσκολα και ήταν πολύ χρονοβόρα.

Τον παχύρευστο χυμό τον  αραίωναν με νερό, έμπαινε στη λεκάνη όπου με ένα μπρικάκι γέμιζαν ένα - ένα το μπουκάλι.

Αργότερα με τη χρήση της  μηχανής η οποία διέθετε σωληνάκια γέμιζαν τα  μπουκάλια, ευκολότερα και ταχύτερα. Έτσι η παραγωγή αυξάνονταν και καλύπτονταν και περισσότεροι πελάτες.

Με τη  μηχανή έμπαιναν και τα καπάκια με μια μανιβέλα, και άμα τη γύριζε κάποιος τότε έμπαινε ταυτόχρονα και το οξυγόνο και στη συνέχεια έκλεινε σφιχτά και το καπάκι με  τα γνωστά δοντάκια εξωτερικά.


 

Μπουκάλι με μηχανισμό και πορσελάνινο καπάκι

Βέβαια τα πρώτα μπουκάλια ήταν φαρδύτερα, και έκλειναν με μοχλισμό, (μηχανισμό), με πορσελάνινο καπάκι όπου ήταν μόνιμο πάνω στο μπουκάλι.

Η μέση ημερήσια παραγωγή ήταν κατά μέσον όρο τρία – τέσσερα  τελάρα, τα οποία διέθεταν στο χωριό τους ή και σε κοντινά χωριά.

Με την πάροδο των ετών οι μηχανές με την ανάπτυξη της τεχνολογίας επόμενο ήταν να έχουν  και την ανάλογη εξέλιξη. Έγιναν γρηγορότερες και πιο αυτοματοποιημένες.

Έτσι φτάσαμε στο στάδιο λειτουργώντας κυκλικά να δέχονται είκοσι τέσσερα  μπουκάλια και γυρνώντας το μοχλό, γέμιζαν και έκλειναν αυτόματα όλα.

Στο τέλος , αρχές της δεκαετίας του ’60 που πήγε το ρεύμα και στα χωριά, όλες αυτές οι μικρές χειροκίνητες μηχανές πήγαν στην αποθήκη ή πετάχτηκαν, ή τοποθετήθηκαν στα μουσεία.

 

Ας γνωρίσουμε τις βιοτεχνίες παραγωγής αναψυκτικών της Κριτσάς

 

Αν ανατρέξουμε πίσω στο μακρύ παρελθόν, τη δεκαετία του 50, στην πρώτη προσπάθεια παραγωγής αναψυκτικών στην παλιά Κριτσά, θα συναντήσουμε την αείμνηστη Ειρήνη Ταβλά και το σύζυγό της Δημήτριο Σκουλικάρη,  στο ακίνητο ιδιοκτησίας της οικογένειας  Σκυβάλου (Καρπέτη), (εκεί όπου αργότερα λειτούργησε κατ’ αρχήν ο  Γιάννης Εμμ. Σκύβαλος αρτοποιείο) και σήμερα λειτουργεί η γνωστή ταβέρνα «Ο Πλάτανος), να κάνει τα πρώτα της βήματα και να δημιουργεί τη μικρή βιοτεχνίας της.

Αργότερα μεταφέρθηκε λίγο πιο πάνω στο στενό η οποία συνέχισε να λειτουργεί σε ιδιόκτητο χώρο της οικίας τους.

Παρήγαγε κατ’ αρχάς λεμονάδες και πορτοκαλάδες και ξεκίνησε με μπουκάλια που έκλειναν με μια μπίλια κι αργότερα με τα γνωστά μεταλλικά καπάκια. 

Η παραγωγή της βιοτεχνίας κάλυπτε την αγορά του χωριού μας αλλά και του Αγίου Νικολάου αφού ακόμη εκεί δεν λειτουργούσε κάποια τέτοια βιοτεχνία.

 Το έτος 1952 η οικογένεια Σκουλικάρη, επούλησε τα εξαρτήματα της βιοτεχνίας και με τα  τρία παιδιά της Μανώλη – Δημήτρη - Ελένη έφυγαν από την Κριτσά κι εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα.

Αξίζει να μνημονεύσουμε ότι πρώτοι εκείνοι χρησιμοποίησαν τα μπουκάλια με τη μπίλια. Πολλοί σήμερα μεγάλης ηλικίας Κριτσώτες ενθυμούνται την προσπάθειά τους να βρουν τέτοια μπουκάλια να τα σπάσουν και να πάρουν τη μπίλια για τα παιχνίδια τους.

Πριν ασχοληθούν επαγγελματικά με την παραγωγή αναψυκτικών διέθεταν στην Κριτσά κατάστημα με αντικείμενο το γενικό εμπόριο.

Επίσης επί του κεντρικού δρόμου στον πέρα πλάτανο λειτούργησε η βιοτεχνία των Τραντά Χαραλάμπη και Σκυβάλου Νικολάου (Λεμονιός), για αρκετά χρόνια.

Κάποια χρονιά ο Χαραλάμπης διέλυσε τον συνεταιρισμό με τον Σκύβαλο και μόνος του πια, μετέφερε τη βιοτεχνία στον Άγιο Νικόλαο, ώστε να σταματήσει και η κόντρα-ανταγωνισμός με τις άλλες Κριτσώτικες βιοτεχνίες!

ΑΝΑΨΥΚΤΙΚΑ Σ.Π.Α.

 


Να θυμηθούμε και την τριάδα των τριών χωριανών μας, οι οποίο ήταν και γείτονες, πέρα στη συνοικία Χριστός, (Σκύβαλος Νικόλαος, (Λεμονιός) – Πάγκαλος Ιωάννης, (Νικολός) – Αφορδακός Μιχαήλ,(Πατάτας), οι οποίοι δημιούργησαν συνεταιρισμό παραγωγής αναψυκτικών τη δεκαετία του ‘60.

Η εταιρεία από τα αρχικά των επιθέτων τους έγινε γνωστή ως Σ.Π.Α.

 Η Σ.Π.Α. πέραν των γνωστών αναψυκτικών είναι εκείνη που κυκλοφόρησε στην αγορά του χωριού κι ευρύτερα το μπυράλ, (ποτό παρόμοιο με την κόκα-κόλα). Δηλαδή πέραν της γκαζόζας, μέσα σε σωλήνα – μπουκαλάκι, υπήρχε το ξεχωριστό αυτό διάλυμα και με το άνοιγμα του μπουκαλιού αναμιγνυόταν με τη γκαζόζα, στο ποτήρι. Η γεύση του ήταν ξεχωριστή και πολύ άρεσε.

 Λειτούργησε αρχικά σε χώρο ιδιοκτησίας του Ιωάννη Καμπανού και λίγο αργότερο σε ιδιόκτητο χώρο του Σκυβάλου Νικολάου.

Για τη μεταφορά των αναψυκτικών από τη βιοτεχνία μέχρι τον κεντρικό δρόμο και την πλατεία του χωριού, λόγω της στενότητας του δρόμου, χρησιμοποιούσαν μια ευέλικτη τρίκυκλη μηχανή.

. Μετά από λίγα χρόνια η εταιρεία διαλύθηκε και σταμάτησε η παραγωγή.

  Ο Εμμανουήλ Κλώντζας και η βιοτεχνία του


Ο Εμμανουήλ Κλώντζας άκρη δεξιά με το ακορντεόν

 Η σημαντικότερη και η μεγαλύτερη σε διάρκεια βιοτεχνία αναψυκτικών υπήρξε εκείνη του Εμμανουήλ  Κλώντζα, γνωστός με το ο Μανώλης ο «λεμονατζής».

 Ο αείμνηστος Μανώλης τα πρώτα του εφηβικά χρόνια υπήρξε μικροέμπορος, πλανόδιος υφασμάτων, υαλικών κι άλλων μικροειδών απαραίτητα για το σπίτι και τη νοικοκυρά. Νωρίς βγήκε στο στίβο της ζωής για βιοποριστικούς λόγους.

 Μετά από το στρατό αποφάσισε να γίνει βιοτέχνης και δημιούργησε εκεί σε χώρο του  σπιτιού του κοντά στο Άγιο Πνεύμα το εργαστήριό του. Έστησε την πρώτη ποδοκίνητη μηχανή, (αργότερα την αντικατέστησε με χειροκίνητη και τελευταία προμηθεύτηκε ηλεκτροκίνητη αυτόματη), τη συνέδεσε με φιάλη οξυγόνου και με κάποιο άλλο εξοπλισμό ξεκίνησε να λειτουργεί τη βιοτεχνία του και να παράγει τις πρώτες γκαζόζες και πορτοκαλάδες. Μικρή η παραγωγή στην αρχή μικρή και η ζήτηση μέχρι να μάθει ο κόσμος το νέο ποτό και σιγά σιγά ανέβαινε η ζήτηση και η παραγωγή.

Κάποιες φορές δεν προλάβαιναν τα χέρια του Μανώλη και όλο και κάποιο γειτονόπουλο βοηθούσε γυρνώντας με τη μανιβέλα τον τροχό της μηχανής.

 Ενθυμούμαι κι εγώ μαθητούδι του Δημοτικού που με έστελνε κάποιες φορές ο παππούς μου, (Ξενοφών Κλώντζας, καφεπώλης τότε στη συνοικία Παλαίμυλος), να του φέρω ένα κιβώτιο γκαζόζες ή πορτοκαλάδες.

 Επειδή ο κ. Μανώλης δεν προλάβαινε την παραγωγή μόνος του, μου ζητούσε να βοηθήσω να γεμίσουμε τα μπουκάλια κι εκείνος στο τέλος για ανταμοιβή με κέρναγε μια πορτοκαλάδα.

Τι ικανοποίηση για ένα παιδί της ηλικίας μου, μετά τα μεταπολεμικά χρόνια, να απολαύσει μια πορτοκαλάδα!

Κι όμως…!!

 Πολλές φορές κάποια παιδιά στα καφενεία, όταν έβλεπαν άδεια μπουκάλια γκαζόζας στα τελάρα, επειδή δεν είχαν χρήματα, μετάδειαζαν όλα τα μπουκάλια σε ένα, για να βγάλουν μια μικρή ποσότητα και να την πιούν, έτσι για να γευτούν κι εκείνα λίγη από τη θεϊκή της γεύση!

Η  πρωτότυπη τρίκυκλη μηχανή του κ. Μανώλη


Εδώ η μηχανή με την κόρη του Ευγενία

Τα πρώτα χρόνια η βιοτεχνία κάλυπτε τα καφενεία του χωριού μας και τότε ήταν αρκετά. Φορτωμένος στον ώμο τα κιβώτια, ο μακαρίτης Μανώλης, τα διένεμε σε όσους του παράγγελναν.

Όμως με την πάροδο των ετών ξεκίνησε και η ζήτηση από τα γύρο χωριά και ο κυρ Μανώλης αναγκάστηκε να προμηθευτεί μια μοτοσυκλέτα στην οποία πρόσθεσε ένα αυτοσχέδιο ξύλινο καλάθι (κασόνι), προσθέτοντας έναν ακόμη τροχό. Φόρτωνε αρκετά την πρωτότυπη τρίκυκλη μηχανή του κι έτσι κάλυπτε την αυξανόμενη ζήτηση. Την ενθυμούμαι να ανηφορίζει για τον κοντινό Κρούστα και παραφορτωμένη όπως ήταν αγκομαχούσε, αλλά τα κατάφερνε επί χρόνια να προσφέρει τις υπηρεσίες της και να βγάζει το ψωμάκι της όπως λέμε.

Εξ άλλου αν πάθαινε κάτι, ο κ. Μανώλης αν και  μηχανικός ερασιτέχνης, την έλυνε και την έδενε κι έτσι αποκαθιστούσε κάθε ζημιά!



Όμως τα πρώτα φορτηγάκια κυκλοφόρησαν και ο κυρ Μανώλης έσπευσε να προμηθευτεί ένα και η δουλειά γινόταν τώρα πιο άνετα και πιο γρήγορα.

Χρόνια πολλά οι λεμονάδες, οι πορτοκαλάδες και οι γκαζόζες του με την επωνυμία Κριτσωτοπούλα γέμιζαν τα μαγαζιά και ο κοσμάκης απολάμβανε τους φυσικούς χυμούς κι έσβηνε τη δίψα του.

Ακούραστος ο αείμνηστος Μανώλης εργάστηκε πολλά χρόνια στη ζωή του και μεγάλος πιά  βγήκε σε σύνταξη. Έκτοτε σταμάτησε η λειτουργία της βιοτεχνίας όπως και η παραγωγή των περίφημων αναψυκτικών Κριτσωτοπούλα.

Αναρωτιέμαι τι απέγιναν η μηχανή και τα άλλα εξαρτήματα της βιοτεχνίας του.  Άριστα θα μπορούσαν σήμερα να τοποθετηθούν στο Λαογραφικό Μουσείο της Κριτσάς σε ανάμνηση της πρώτης προσπάθειας του ανθρώπου να παράγει αναψυκτικά ποτά!

Βέβαια, κάποιος δικός του μου ψιθύρισε, ότι πιθανόν κάποια από τα μηχανήματα και κιβώτια με μπουκάλια να βρίσκονται καταχωνιασμένα εκεί στην αποθήκη  σπιτιού του, στο Καμάρι! 

Ο Μανώλης Κλώντζας αγαπούσε τη δουλειά του αλλά απολάμβανε και τη ζωή. Τακτικά συμμετείχε ενεργά σε καντάδες κι άλλα γλέντια με το ακορντεόν του, στο οποίο υπήρξε καταπληκτικός χειριστής. Σε πολλές φωτογραφίες τον συναντούμε να παίζει το ακορντεόν παρέα με άλλους Κριτσώτες οργανοπαίκτες.

Δημιούργησε μια ξεχωριστή οικογένεια με την εκλεκτή της καρδιά του, χωριανή μας Μαρία Κοκκίνη του Μιχάλη και της Διαμαντινής κι απέκτησαν μια θυγατέρα την Ευγενία. Σήμερα αναπαύεται μαζί με τη σύζυγό του στο παλιό νεκροταφείο του χωριού μας.

Ας είναι αιωνία η μνήμη τους!

Έτσι φτάσαμε στις μέρες μας που δεν υπάρχουν πια οι βιοτεχνίες αυτές στο χωριό μας, αλλά και ούτε οι νεότεροι γνωρίζουν ή φαντάζονται, ότι πριν χρόνια η Κριτσά, ανάμεσα στα  τόσα άλλα επαγγέλματα των κατοίκων της, λειτούργησαν και βιοτεχνίες παραγωγής αναψυκτικών!                                           Γιάννης Κ. Ταβλάς Δάσκαλος εκ Κριτσάς Λασιθίου


 



            


Τρίτη 11 Ιουνίου 2024

ΦΟΥΡΝΕΛΑΣ - ΛΑΤΟΜΟΣ, ένα παλιό επάγγελμα!

 

Φουρνελάς – Ένα παλιό επάγγελμα που χάθηκε και στην… Κριτσά


Δυναμίτη με φιτίλι
έχεις κούκλα μου στα χείλη
φίλησε με κι ας καούμε
και ας ανατιναχτούμε



Τα χρόνια περνάνε και τα επαγγέλματα του παρελθόντος που χάνονται, είναι στ’ αλήθεια  πολλά. Ναι, παλαιότερα  υπήρχαν επαγγέλματα και τεχνίτες, που ήταν απόλυτα απαραίτητοι στην καθημερινή ζωή μας, όσο και αν στις ημέρες μας πολλοί δε γνωρίζουν ούτε λίγο το αντικείμενο τους.

Ένα από αυτά τα «επαγγέλματα» ήταν και ο φουρνελάς, οι φουρνελάδες, ή οι λατόμοι όπως αλλιώς λέγονταν.

Οι φουρνελάδες υπήρξαν στις περασμένες δεκαετίες, οι «ειδικοί» στο να ετοιμάζουν τα φουρνέλα και να τα ενεργοποιούν χωρίς κίνδυνο της ζωής των γύρω.

 Ήταν άτομα που είχαν εκπαιδευτεί πολύ καλά και τους χρησιμοποιούσαν όποτε π.χ. ήθελαν  να ανατινάξουν βράχια για τη διάνοιξη δρόμων, στο ίσιωμα ανώμαλου βραχώδους εδάφους για να δημιουργήσουν  καλλιεργήσιμα  τα χωράφια τους, αλλά κυρίως χρησιμοποιούνταν στα νταμάρια όπου με φουρνέλα ανατίναζαν βραχώδης όγκους για να μεταφερθούν κατόπιν στα λατομεία και να σπαστούν με τα ειδικά μηχανήματα.

  Να γίνει στη συνέχεια το χαλίκι ή η άμμος, απαραίτητα υλικά μαζί με τον ασβέστη και το τσιμέντο, τότε που ξεκίνησε και η μεγάλη ανοικοδόμηση του νησιού μας κι ευρύτερα και η ζήτησή τους ήταν μεγάλη.

Όσο μακρινό και αν μας ακούγεται σήμερα, τόσο περιζήτητοι ήταν κάποτε οι φουρνελάδες.

«Βάρδα φουρνέλο…» , η έννοια  της λέξης.



Τρεις είναι οι βασικές  έννοιες της φράσης. Απομακρύνσου, κάνε στην άκρη, φεύγα.

Συνήθως συνοδεύεται και από μία επεξηγηματική λέξη.

  • βάρδα φουρνέλο (η γνωστή προειδοποίηση πριν την πυροδότηση του φουρνέλου)
  • βάρδα κι έρχεται (κάτι αναμένεται επίφοβο) π.χ. - Θα έρθει και ο Παναγιώτης. - Ώχ, βάρδα κι έρχεται!
  • βάρδα να περάσω (εμπεριέχει απειλή) π.χ. - Άκου να σου πω... -Βάρδα να περάσω ρε!

Η λέξη δεν έχει σαφή καταγωγή και ετυμολογία. Υπάρχουν οι εξής τρεις εκδοχές:

α) Προέρχεται από το Ενετικό ρήμα vardar = απομακρύνομαι

β) Προέρχεται από το φόβο που προκαλούσε ο στρατηγός του Βυζαντίου Βάρδας Σκληρός και οι χωρικοί τρομοκρατημένοι ενημέρωναν πως «έρχεται ο Βάρδας».

γ) Προέρχεται από την αγανάκτηση των διερχομένων από την πολύ δύσβατη περιοχή της κωμόπολης Βάρδας. «Άντε τη Βάρδα να περάσω».

 

Οι ειδικοί στα φουρνέλα

Τον προηγούμενο αιώνα, που η τεχνολογία δεν είχε για τα καλά  αναπτυχθεί  ώστε να μπει στην καθημερινή ζωή των παλιών ανθρώπων για να τους διευκολύνει , η ανάγκη για ελεγχόμενες ανατινάξεις σε λατομεία πέτρας κι αλλού όπως προαναφέραμε, ήταν μεγάλη αλλά και επίπονη εργασία με τα τότε διαθέσιμα μέσα , αλλά και ο κίνδυνος για τη ζωή τους ήταν πολύ μεγάλος.

 


Τα εργαλεία και η  διαδικασία ανοίγματος και τα υλικά του φουρνέλου

 Τα κύρια εργαλεία του φουρνελά, ήταν κασμάδες, μικρές και μεγάλες  βαριοπούλες, λοστοί  ,(διαφόρων διαμέτρων και μήκους), ένα ειδικό αυτοσχέδιο φτυαράκι σε μέγεθος  μικρού κουταλιού για να αφαιρούν την τριμμένη πέτρα, (σκόνη),από την τρύπα.

Σαν υλικά χρησιμοποιούσε το βραδύκαυστο φιτίλι και τα πρώτα χρόνια το μπαρούτι, το λεγόμενο πετρομπάρουτο. Επειδή όμως τούτο δεν ήταν ιδιαίτερα αποτελεσματικό και εν τω μεταξύ εφευρέθηκαν από τον Α. Νόμπελ η δυναμίτιδα και τα σχετικά καψούλια, εγκαταλείφτηκε η χρήση του. Έκτοτε η δυναμίτιδα μπήκε για καλά στη ζωή μας , ήταν αποτελεσματικότερη και για το λόγο αυτό γενικεύτηκε η χρήση της.

Σκληρή η δουλειά στο λατομείο. Πριν ανάψει το φιτίλι για να προκληθεί η ανατίναξη έπρεπε να ακολουθηθεί ολόκληρη και αυστηρή διαδικασία.

Αν ανατρέξουμε αρκετά χρόνια πίσω, οι άνθρωποι άνοιγαν τις τρύπες χειρωνακτικά. Το λοστάρι, (μακάπι), και ο κασμάς που χειρίζονταν ήθελε δυνατά ροζιασμένα  χέρια και αντοχές πολλές. Για το άνοιγμα της ανάλογης τρύπας για το φουρνέλο χρειάζονταν δυο άτομα. 

Ο ένας άνδρας κρατούσε το λοστάρι, (μακάπι), σταθερά με τα δυο του χέρια, και το τοποθετούσε στο σημείο που έκρινε ότι το φουρνέλο θα ήταν πιο αποτελεσματικό, ενώ ο άλλος εργάτης χτυπούσε με τη βαριοπούλα από πάνω το μακάπι σταθερά και με ρυθμό, προσπαθώντας να μην του ξεφύγει καμία σφυριά. Μετά από κάθε χτύπημα ο άνδρας άλλαζε και λίγο το μακάπι στριφογυρνώντας το.  Πότε - πότε έριχναν νερό στην τρύπα, γιατί έτσι μαλάκωνε κάπως ο βράχος.

Όσο κατέβαινε η τρύπα, χρησιμοποιούσαν μακρύτερο και χοντρότερο μακάπι. Έτσι ολοκληρωνόταν το άνοιγμα στο επιθυμητό βάθος και φάρδος. Όλα αυτά βέβαια ήταν συνάρτηση του μεγέθους του βράχου προς εκτίναξη.

Τα χρόνια πέρασαν  η τεχνολογία εξελίχτηκε  και κατασκευάστηκαν τα πρώτα κομπρεσέρ αέρα.. Τούτα με σωλήνα τα συνέδεαν σ’ ένα τετράτροχο με μηχανή τύπου τρακτέρ και με τη βοήθεια του παραγόμενου αέρα γύρναγε ένα   μακάπι  με διαμορφωμένη εν είδη τριγώνου τη διαμαντένια άκρη του. Με τον τρόπο αυτό άνοιγαν πιο άνετα, πιο άκοπα και πιο γρήγορα της τρύπες των φουρνέλων.


Υπήρξαν βέβαια και άλλοι τύπων κομπρεσέρ τα οποία λειτουργούσαν με τη βοήθεια ενός μοτέρ. Κάποια από αυτά  μεταφέρονταν  με τροχούς κι άλλα  στον ώμο, ως ελαφρύτερα.

Όταν έμεναν ικανοποιημένοι με το άνοιγμα της τρύπας ερχόταν η ώρα των εκρηκτικών.  Ο ειδικός στο γέμισμα, στη  (γόμωση), ο λατόμος όπως το έλεγαν, έριχνε μέσα στην τρύπα το μπαρούτι και στη συνέχεια το βραδύκαυστο φιτίλι. Πάνω από το μπαρούτι έβαζε λίγο, λίγο στεγνό το χώμα. Το χώμα που έριχνε κάθε τόσο το κοπάνιζε με ένα ξύλο, παχύ σε μέγεθος τόσο όσο να χωράει στην τρύπα, ώστε να γίνει συμπαγές και να κρατά αντίσταση στη δύναμη των αερίων. Στη συνέχεια έβαζε φωτιά στο φιτίλι με την καύτρα του τσιγάρου του.

Μπορούσε βέβαια να χρησιμοποιήσει και δυναμίτιδα, την ύλη που αναφέραμε παραπάνω που ήταν πολύ πιο εκρηκτική και πιο αποτελεσματική ύλη. Η δυναμίτιδα κυριάρχησε τελικά και καθιερώθηκε για όλες τις ανατινάξεις προς όφελος του ανθρώπου.

Οι κίνδυνοι και οι προφυλάξεις από την έκρηξη

Βασική ενέργεια μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας του ανοίγματος και το γέμισμα της τρύπας και  πριν ανάψει το φυτίλι  ήταν να ερευνήσει γύρω σε κάποια απόσταση ασφαλείας το χώρο ώστε να μην υπάρχει κανείς που θα κινδύνευε και φώναζε δυνατά πολλές φορές,  «βάρδα φουρνέλοοοο»...      «βάρδα φουρνέλοοο»…

Μόλις έσκαγε το φουρνέλο, τόσο η μυρωδιά του μπαρουτιού, όσο  και η σκόνη, δημιουργούσαν γύρω  μια αποπνικτική για αρκετή ώρα ατμόσφαιρα!

Αφού περίμεναν κάμποση ώρα για ασφάλεια τυχόν αστοχίας φουρνέλου κι ενώ  ηρεμούσε η ατμόσφαιρα γύρω από τη σκόνη και τους καπνούς, άρχιζε η διαλογή των πετρών. Στη συνέχεια  τις φόρτωναν στα φορτηγά για να τις στείλουν στον προορισμό τους.

Η δουλειά του φουρνελά όπως είπαμε και δύσκολη ήταν αλλά και πολύ επικίνδυνη. Πολλά είναι τα θύματα από αστοχία φουρνέλων.

Κάποιες φορές δηλαδή κάποιο φουρνέλο καθυστερούσε να εκραγεί. Αφού άφηναν κάποιο χρόνο να περάσει πλησίαζαν  για να δουν τι είχε συμβεί. Αλίμονο όμως αν εκείνη την ώρα το φουρνέλο έσκαγε.

Κάποιος έχανε τη ζωή του ή στην καλύτερη περίπτωση είχαμε τραυματισμούς. Δυστυχώς συνέβαινε κι αυτό γιατί είχε βραχεί έστω και λίγο το φυτίλι από το νερό που έριχναν κατά καιρούς στην τρύπα για να μαλακώσει η πέτρα. Μπορεί όμως να τσακιζόταν και  κάποια φορά το φυτίλι και να σταματούσε  η πυροδότηση για λίγο και να συνέχιζε αργότερα. Έτσι το κακό ερχόταν αναπόφευκτα!



Αλλά ο άνθρωπος ούτε με την απόδοση των  κομπρεσέρ , ήταν ικανοποιημένος κι έτσι κατασκεύασε τις τελευταίες δεκαετίες, τα κρουστικά μηχανήματα.

 Στις μικροδουλειές χρησιμοποιούμε μικρά ή μεγαλύτερα τρυπάνια, όπως τα αποκαλούμε απλά και λειτουργούν είτε με ρεύμα είτε με ενσωματωμένη μπαταρία.



Κρουστικό σφυρί

Με εκείνα όμως τα μηχανήματα, που είναι για μεγάλες ανασκαφές ή κατεδαφίσεις, τα κρουστικά σφυριά όπως λέγονται, δε χρειάζεται  ανοίγεις  πια τρύπες για φουρνέλα, αλλά χτυπώντας συνεχώς το βράχο ή το τσιμέντο  τα κομματιάζουν. Τώρα όλα είναι πιο απλά, πιο γρήγορα, πιο αποδοτικά, πιο ακούραστα και όχι τόσο επικίνδυνα.

                                             Κριτσώτες φουρνελάδες

Αν ανατρέξουμε στο μακρύ παρελθόν, θα βρούμε αρκετούς Κριτσώτες, μακαρίτες προ πολλού, να δουλεύουν στα χωράφια και να προσπαθούν να τα βελτιώσουν και να τα κάνουν πιο εύφορα. Μ’ ένα κασμά, ένα λοστό και μια βαριοπούλα ήταν τα μόνα που διέθεταν για να δουλέψουν τα χρόνια εκείνα. Ώρες πολλές και δύσκολες κοπίαζαν για να βγάλουν τον επιούσιο. Μα και πόσοι δεν ίδρωναν και καίγονταν στον καύσωνα σπώντας πέτρες όχι μόνο για βελτίωση των χωραφιών, αλλά και για να γεμίσουν τα ασβεστοκάμινα με τη σπασμένη ειδική ασβεστώδη πέτρα. Και πόσο κοπίαζαν στην προσπάθειά τους  με το μακάπι και τη βαριοπούλα να ανοίξουν τα φουρνέλα!

Στο χωριό μας, στα χρόνια της χρήσης του φουρνέλου, αρκετοί κάτοικοι εργάστηκαν στα νταμάρια που διέθετε η περιφέρεια Κριτσάς. Μάλιστα είχαμε και κάποιο θλιβερό  περιστατικό σ’ ένα από αυτά τα νταμάρια. Κάποιο από τα φουρνέλα δεν εξερράγη για κάποιο λόγο. Πλησιάζοντας οι εργάτες  μην εκτιμώντας καλά, το φουρνέλο έσκασε σκοτώνοντας έναν εργάτη και τραυματίζοντας στα μάτια έναν άλλο!

Δύσκολα να απαριθμήσουμε πόσοι Κριτσώτες «έφαγαν» τη ζωή τους παλεύοντας με την πέτρα.

Ενθυμούμαι κάμποσους χωριανούς μας, οι οποίοι δούλεψαν χειρωνακτικά στο άνοιγμα των φουρνέλων, όπως ο (Ψύλλος Ιωάννης κάτοικος Παλαιμύλου), αλλά προτιμώ να τους αφήσουμε εκεί που κείτονται πολλά χρόνια τώρα αναπαυμένοι, ύστερα από τόση κούραση στη ζωή τους!

Να αναφέρουμε όμως μερικούς όσους ανακαλέσαμε στη μνήμη μας που δεν δούλεψαν με το λοστό -μακάπι και τη βαριοπούλα, αλλά διέθεταν για την εποχή τους σύγχρονα μηχανοκίνητα κομπρεσέρ αέρα, για τα οποία μιλήσαμε παραπάνω.

 Πρώτο να θυμηθούμε τον τόσο νέο αποχωρήσαντα από τη ζωή Ιωάννη Σφακιανό εκ Ταπών και παντρεμένος με τη Ζαχαρένια Τζώρτζη. Το νήμα της ζωής του κόπηκε πολύ νωρίς, στην προσπάθεια διάνοιξης ενός πηγαδιού, κάπου στη θέση Καμάρα, νομίζω.

Παρέα του είχε, (μαζί δούλευαν συνεταιρικά), το Μιχάλη Ατσαλή του Ατσαλαντώνη, ο οποίος σήμερα σε ηλικία 92 ετών συνεχίζει να μικροαπασχολείται με τη γεωργική και τη μελισσοκομία.

Ο Τραντάς Εμμανουήλ, (Μύγιας), αποθανών. Ο Δαβράδος Γεώργιος του Εμμανουήλ, (Πετεινός), αποθανών. Ο Σγουρός Ιωάννης (Μπονιός), αποθανών και ο Νικόλαος Φουρνιώτης, (αποθανών).

Μετά από αυτούς κάποιοι Κριτσώτες προμηθεύτηκαν τα εξελιγμένα τεχνολογικά, τα πιο σύγχρονα κομπρεσέρ, ενώ κάποιοι άλλοι εσκαφέα και συνεχίζουν να εργάζονται και στις μέρες μας, προσφέροντας τις υπηρεσίες τους για τα προς το ζην.

Πάμε και στα άστρα, (αστρολογία)!

Αν ονειρευτείς πως άκουσες ή είδες την έκρηξη φουρνέλου, αυτό είναι προμήνυμα εντυπωσιακών αλλά και καλών ειδήσεων. Το να δεις ότι έπεσαν επάνω σου θραύσματα από έκρηξη φουρνέλου, χωρίς να σε τραυματίσουν σοβαρά, είναι σημάδι πως κάποιοι εχθροί σου θα σου δημιουργήσουν δυσκολίες και προβλήματα, στον αγώνα για την επαγγελματική σου σταδιοδρομία.

Η ζωή μας και οι φουρνελάδες

Σε κάθε περίπτωση, ίσως η ζωή μας δεν θα ήταν η ίδια, χωρίς τις ξεχωριστές ικανότητες που διέθεταν οι φουρνελάδες. Ήταν εκείνοι που με τις προσεκτικές εκρήξεις τους «πρόσφεραν» την πέτρα που χρειάζονταν όλοι οι παλιοί άνθρωποι για το χτίσιμο των σπιτιών τους, «άνοιξαν» δρόμους από χωριό σε χωριό, βοήθησαν τη βελτίωση και την καλλιέργεια σε αμέτρητα χωράφια της Κριτσάς αλλά και σε όλα τα χωριά του νησιού και γενικότερα συνετέλεσαν στην ανοικοδόμηση της ρημαγμένης από τους πολέμους πατρίδας μας!

Μόνο οι παππούδες μας που έζησαν τους φουρνελάδες εκτιμούν  κι αναγνωρίζουν  ακόμη και σήμερα τη μεγάλη προσφορά και την  αξία του ξεχασμένου αυτού επαγγέλματος.

Τώρα θα αναρωτηθείτε ίσως κάποιοι, πως μου ήρθε εμένα να γράψω ένα τέτοιο περίεργο θέμα.

Να, λίγο οι θύμησες από τις ανατινάξεις που κάναμε με το Μηχανικό του Στρατού, λίγο οι παιδικές εικόνες από τη διάνοιξη του δρόμου προς Γουλά, (Αρχαία Λατώ), καθώς και η διάνοιξη του δρόμου προς το Οροπέδιο Καθαρό, κυρίως  από την τότε ΜΟΜΑ,  αλλά πολύ περισσότερο ο χωριανός μου Νικολής που συναντιόμαστε στον καφενέ για κάνα καφεδάκι ή και μια ρακή καμιά φορά. Εκείνος πολλά θυμάται από τα δύσκολα και σκληρά χρόνια  στο νταμάρι όπου δούλευε.

Ναι, με όλα αυτά ήρθε το θέμα!

Ευχαριστούμε και  ευγνωμονούμε για τις υπηρεσίες τους, τους παλιούς εκείνους φουρνελάδες, τους ακάματους εργάτες της πέτρας και του μόχθου, που ρυτιδιασμένοι και μαυρισμένοι, συνταξιούχοι σήμερα, όσοι βέβαια βρίσκονται εν ζωή, κυκλοφορούν ανάμεσά μας.

 Γιάννης Κ. Ταβλάς Δάσκαλος εκ Κριτσάς Λασιθίου 






Παρασκευή 31 Μαΐου 2024

ΑΣΧΟΛΙΕΣ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ

 

Τρυγοπατήματα , καζανέματα και καζανιάρηδες στην Κριτσά

Γράφει ο Γιάννης Κ. Ταβλάς

Σ’ ένα καζάνι Κριτσώτικο διαλέξαμε να πάμε,

ρακή και  οφτή πατάτα τ’ αοριού, να βρούμε και να φάμε!

 

Πότε και πώς γίνεται η συγκομιδή του αμπελιού

Ο τρύγος είναι μια από τις πιο σημαντικές διαδικασίες για τους παραγωγούς σταφυλιών. Σε πολλά μέρη της Κρήτης αλλά και γενικότερα στην πατρίδα μας, η μέρα της συγκομιδής είναι τόσο σημαντική που οι παραγωγοί οργανώνουν γλέντια για να γιορτάσουν το μεγάλο γεγονός.

Η περίοδος συγκομιδής των σταφυλιών γενικά, αρχίζει ένα με δυόμιση μήνες   μετά την καρπόδεση, τη στιγμή που οι ρώγες αλλάζουν χρώμα από πράσινο σε κίτρινο (για τις λευκές ποικιλίες), ή κόκκινο-μωβ (για τις κόκκινες ποικιλίες).

Γενικά στα μέρη μας,  οι περισσότερες ποικιλίες ωριμάζουν, από τον Αύγουστο έως τον Νοέμβριο.

Ωστόσο, δεν είναι εύκολο να καθοριστεί ο ιδανικός χρόνος συγκομιδής στα αμπέλια. Οι περιβαλλοντικές συνθήκες, ο τύπος του εδάφους, η θέση της ποικιλίας και οι καλλιεργητικές τεχνικές διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην ποιότητα του τελικού προϊόντος.  Γρηγορότερα δηλαδή π.χ. ωριμάζουν τα σταφύλια στα πεδινά κι αργότερα στα ορεινά μέρη. Οι παραγωγοί επίσης συλλέγουν διαφορετικούς τύπους ή ποικιλίες σε διαφορετικά στάδια ωρίμανσης, προκειμένου να επιτύχουν επιθυμητά ποιοτικά χαρακτηριστικά.

Κυρίως με τον ερχομό του Σεπτέμβρη, του «Τρυγητή», όπως αναφέρεται αυτός ο μήνας στη λαϊκή μας παράδοση, ξεκινά η διαδικασία του τρύγου των οινοστάφυλων.

 Θέρος –τρύγος– πόλεμος έλεγαν οι παλιοί αμπελουργοί, θέλοντας να δηλώσουν εμφατικά τη μεγάλη κινητοποίηση και το μόχθο ολόκληρης της οικογένειας, προκειμένου να φέρει εις πέρας μια από τις πιο απαιτητικές αγροτικές εργασίες της χρονιάς.

Έθιμα του τρύγου

Μια πραγματική ιεροτελεστία, όπως ο τρύγος, δεν θα μπορούσε παρά να έχει τα δικά του έθιμα. Στις 6 Αυγούστου οι αμπελουργοί συνήθιζαν να γεμίζουν ένα καλάθι με τα πρώτα ώριμα σταφύλια και να τα πηγαίνουν στην εκκλησία όπου διαβάζονταν ειδική ευχή για την επιτυχία των αμπελιών.

 Επίσης, την πρώτη ημέρα του τρύγου γίνονταν στο αμπέλι αγιασμός με ειδικό ευχολόγιο (Ευχή επί τρυγής αμπέλου).

Επειδή όμως ο τρύγος ήταν και είναι μια μεγάλη γιορτή δε θα μπορούσαν να λείπουν οι στιγμές ανάπαυλας και γλεντιού. Κάθε μεσημέρι, καθ’ όλη τα διάρκεια του τρύγου, ο αμπελουργός προσφέρει φαγητό, το οποίο απολαμβάνουν όλοι οι συμμετέχοντες μαζί σαν μια μεγάλη παρέα. Πίνοντας και τρώγοντας γίνονται οι πρώτες εκτιμήσεις για την ποσότητα και την ποιότητα της σοδειάς.

Το ραντεβού για το επόμενο γλέντι δίνεται στο πατητήρι, με πλούσιους μεζέδες και τα κεράσματα να ρέουν… άφθονα!

Ανέκαθεν, ο τρύγος ήταν μια συλλογική εργασία που βασίζονταν στην αλληλοβοήθεια. Οι εργασίες έπρεπε να γίνουν στην ώρα τους και χωρίς καθυστερήσεις, καθώς ο καιρός το Φθινόπωρο είναι απρόβλεπτος και μια πιθανή βροχή μπορεί να καταστρέψει την παραγωγή. Έτσι, με το χάραμα της ημέρας μικροί και μεγάλοι, συγγενείς και φίλοι, με κέφι, τραγούδια και πειράγματα έπαιρναν τα πόστα τους στ’ αμπέλι. Όλες οι δουλειές ήταν από πριν μοιρασμένες: Οι νεότεροι και οι γυναίκες αναλάμβαναν το κόψιμο των σταφυλιών, τα οποία τοποθετούσαν προσεκτικά στα «τρυγοκόφινα», ή στατελάρα που είχαν δίπλα τους. Οι πιο «γεροδεμένοι» περνούσαν τακτικά από τις σειρές του αμπελιού, σήκωναν στην πλάτη τα κοφίνια και τα φόρτωναν στα γαϊδουράκια, παλαιότερα, ή στα αγροτικά αυτοκίνητα αργότερα.

Η  σοδειά μεταφέρονταν στο χώρο όπου βρίσκονταν το πατητήρι. Εκεί, ξεκινούσε το δεύτερο στάδιο, το πάτημα των σταφυλιών. Με δυνατά πατήματα ή γρήγορα βήματα πάνω από τα σταφύλια επιτυγχάνονταν η εκχύμωση. Ο μούστος καθώς έρεε σιγά σιγά από ειδικά ανοίγματα στη βάση του πατητηριού, συγκεντρώνονταν και αποθηκεύονταν σε μεγάλα ξύλινα βαρέλια. Εκεί έμενε για περίπου τρεις μήνες, μέχρι να «ζυμωθεί» και να γίνει κρασί.


Η πρώτη δοκιμή του κρασιού γινόταν του Αγίου Δημητρίου (26 Οκτωβρίου) ή του Αγίου Γεωργίου του Μεθυστή (3 Νοεμβρίου).

Όταν ο κύκλος της οινοποίησης ολοκληρωθεί, τίποτα δεν συγκρίνεται με το καμάρι του αμπελουργού για το δικό του, σπιτικό κρασί, που θα τον συντροφεύσει όλο το χρόνο σε λύπες και χαρές!

Η άδεια λειτουργίας του καζανιού

Η λέξη καζάνι προέρχεται από την τούρκικη λέξη kazan που σημαίνει χύτρα. Τοκαζάνι είναι το χάλκινο δοχείο, που μπαίνουν τα υπολείμματα του μούστου και βράζονται προκειμένου να γίνει η απόσταξη της ρακής.

Η οικιακή απόσταξη αλκοολούχων ποτών από παλιά, δεν είναι νόμιμη. Όμως η παραδοσιακή απόσταξη όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, όταν γίνεται σε καζάνια και σε  χώρους, όπου είναι δηλωμένοι και δίδεται  άδεια από το κράτος, εισπράττοντας βεβαίως  και τον ανάλογο φόρο εκ της παραγωγής της ρακής, επιτρέπεται.

Το έθιμο του ρακοκάζανου θεσμοθετήθηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο το 1920, ο οποίος προκειμένου να νομιμοποιήσει την απόσταξη της ρακής, έδωσε άδειες για την απόκτηση και λειτουργία των ρακοκάζανων  στους Κρητικούς αγρότες, ώστε να μην κινούνται στην παρανομία.

Παραδοσιακά οι άδειες μεταβιβάζονται από πατέρα σε γιο. Αν κάποιος βέβαια θέλει μπορεί να «πωλήσει» την άδεια καζανιού σε κάποιον χωριανό του, όπως ακριβώς λειτουργούν και οι άδειες ταξί στις πόλεις. Το σίγουρο είναι ότι στις μέρες μας η έκδοση άδειας καζανιού είναι περιορισμένη (κλειστή όπως λένε) οπότε ψάξτε μήπως κατέχετε κάποια άδεια από την εποχή των προπάππων σας. Χρόνο με το χρόνο τα καζάνια κλείνουν λόγω των υψηλών φόρων που επιβάλλει η πολιτεία καθώς κι άλλων περιοριστικών κανόνων. Φοβόμαστε, ότι δε θα αργήσει ο χρόνος, που το λαϊκό ρακάκι, θα είναι μόνο για προνομιούχους!

 

Η διαδικασία του καζανέματος κατά την ηλικιωμένη  κυρία  Χαρίκλεια



 «Η παραγωγή της ρακής τα παλιά χρόνια ήταν μια δύσκολη διαδικασία», μας διηγείται  η κυρία Χαρίκλεια.

 «Μαζεύαμε τα σταφύλια και τα μεταφέραμε με το γάιδαρο, μέσα στις κόφες, με τελικό προορισμό το πατητήρι. Εκεί τα πατούσαμε και αφού λιώναμε τις ρώγες, παίρναμε το μούστο για να γίνει το κρασί και στη συνέχεια βάζαμε την ψίχα και τα τσαμπιά ,σε βαρέλια ή σε πιθάρια. Τα πλακώναμε με αστιβίδες και με πέτρες και τα αφήναμε εκεί να βράσουν. Αφού έβραζαν, μετά από ένα μήνα περίπου, τα μεταφέραμε στο καζάνι για να βγάλουμε τη ρακή », ενώ παρακάτω συνεχίζει λέγοντας.

«Τότε τα καζάνια είχαν κάποιες διαφορές. Πάνω στην παραθιά  στήνονταν το χάλκινο καζάνι και με το βρασμό, (γινόταν με κάψιμο χοντρών ξύλων στην παραθιά), μεταφέρονταν τα ζάχαρα των βρασμένων στράφυλων υπό μορφή αερίου μέχρι το λουλά από το καπάκι. Ο λουλάς βυθισμένος μέσα στο κρύο νερό ενός πυθαριού  υγροποιούσε τους υδρατμούς. Κατά διαστήματα τρίβαμε με ένα κρύο πανί τυλιγμένο στην άκρη ενός καλαμιού το ζεσταμένο κατά καιρούς λουλά, για να κρυώνει και να βοηθάει στην υγροποίηση των υδρατμών, που μετατρεπόταν σε ρακή. Τέλος η ρακή ζεστή, ζεστή  έτρεχε μ’ ένα σωληνάκι, σ’ ένα πήλινο τσικάλι.

Ήταν δύσκολη η παραγωγή ρακής! Ήθελε κόπο! Τώρα είναι όλα πιο εύκολα….βγάζουν τη ρακή πιο άνετα με σύγχρονα καζάνια. Μόνο τα ξύλα να φροντίσεις να κόψεις και να τα κουβαλάς για τη παραθιά….! Αλλ’ όμως τότε νιώθαμε πιο όμορφα, πιο αγνά…., βγάζαμε τη ρακή ξέγνοιαστα και χωρίς άγχος, χωρίς  να έχουμε πιέσεις, πολλές έννοιες και απαιτήσεις..!»

Η κ. Χαρίκλεια, θυμάται με χαρά τα γλέντια και τις παρέες που έκαναν με αφορμή τη ρακή. «Μαζευόμασταν όλοι οι χωριανοί, οι συγγενείς και οι φίλοι και στήναμε γλέντι με αφορμή τη ρακή, ενώ δεν παραλείπει να μας πει και μια σχετική μαντινάδα

«Σ’ ένα καζάνι εσμίξαμε με μια καλή παρέα,

πρωτόρακη επίναμε μέχρι να αλλάξει η μέρα!»

 

Μας είπε επίσης ότι με ζύμη σφράγιζαν  στα παραδοσιακά καζάνια το καπάκι του καζανιού. «Τώρα παίρνουμε κριθάλευρο με νερό και φτιάχνουμε τη ζύμη με την οποία σφραγίζουμε το καπάκι. Τότε δε μας έφτανε το αλεύρι για το καζάνι, ήταν βλέπετε δύσκολη η παραγωγή του…  Μαζεύαμε άσπρο χώμα, το κάναμε λάσπη και το χρησιμοποιούσαμε για να σφραγίσουμε το καπάκι».

Τα ρακοκάζανα στις μέρες μας…

Στο πέρασμα του χρόνου όλα αλλάζουν και όλα εξελίσσονται.. Αυτό που μένει είναι η αγάπη των ανθρώπων και η διάθεση της καρδιάς τους να διασκεδάζει και να περνάει όμορφα.

Όπως την εποχή των προηγούμενων αιώνων έτσι και τώρα στην Κριτσά, αλλά και σε όλα τα χωριά της Κρήτης η παραγωγή της τσικουδιάς και το άνοιγμα του ρακοκάζανου είναι αφορμή για παρέα και πολυήμερο γλέντι. Καλούνται οι συγγενείς, οι φίλοι και όλα τα αγαπημένα πρόσωπα να δοκιμάσουν τη ζεστή τσικουδιά και όλοι μαζί να γλεντήσουν και να γιορτάσουν με τραγούδι και χορό. Η τσικουδιά στην Κρήτη είναι το προϊόν που δε λείπει από κανένα νοικοκυριό. Συνοδεύει τους Κρήτες σε κάθε εκδήλωση της ζωής τους….σε χαρές και λύπες, σε οικογενειακές υποχρεώσεις και ξεφαντώματα! Γι’ αυτό και η παραγωγή της θεωρείται σημαντική αλλά και απαραίτητη!

«Ω τη παντέρμη τη ρακή και ίντα δουλειές τσι κάνει
και όταν την πίνω γίνεται το πάτωμα ταβάνι»

 

Ναι, στην Κρήτη κάθε χρόνο, τα τσικουδοκάζανα παίρνουν φωτιά και αναμφισβήτητα δίνεται μια ευκαιρία σε μικρούς και μεγάλους  να ζήσουν ξεχωριστές στιγμές, όμορφες βραδιές στους χώρους  του καζανιού με τη μεθυστική μυρωδιά της τσικουδιάς.

Στο καζάνι  δεν είναι τόσο η οικονομική δραστηριότητα που το κάνει σημαντικό,  πέρα από κάποιο επιπλέον εισόδημα. Πάνω απ’ όλα, είναι κοινωνικό φαινόμενο και παράδοση. Γύρω από ένα καζάνι μπορούν να βρεθούν δεκάδες άτομα. Λόγω της ιδιαιτερότητας στην παραγωγή της τσικουδιάς, το καζάνι μπορεί να μείνει ανοιχτό μια, δύο ή και περισσότερες μέρες, αναλόγως την ποσότητα των στράφυλων που έχουν  φέρει προς απόσταξη οι «πελάτες». Αυτό επιτρέπει ένα ολοήμερο γλέντι όπου οι καλεσμένοι κάνουν την παρουσία τους οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας.

 Μαντινιάδες, χορός, ερασιτέχνες μουσικοί, βάζουν τις καλύτερες προδιαγραφές για την έκβαση της βραδιάς. Οι ευχές που ακούγονται από τα κόκκινα πρόσωπα είναι κάποιες φορές πρωτότυπες και αντανακλούν την ιδιοσυγκρασία και την ετοιμολογία των Κρητικών. «Καλόπιοτη» «πάντα σε χαρές» «καλοξόδευτη» «του χρόνου τα διπλά» « με καλό να χηρέψουμε» ….

Το τραπέζι στα ρακοκάζανα μπορεί να ‘ναι λιτό ή πλούσιο. Σε κάθε περίπτωση, τα εποχικά τοπικά παραδοσιακά προϊόντα, σίγουρα  κάνουν την εμφάνιση τους, είτε ως μεζέδες, είτε ως κυρίως πιάτο. Τα κάρβουνα και η χόβολη της φωτιάς του καζανιού, φυσικά δίνουν τη λύση, είτε ως εστίες μαγειρέματος, είτε ως θέρμανση… πέρα της τσικουδιάς.

Πατάτες οφτές, δηλαδή ολόκληρες πατάτες με την φλούδα ψημένες στην καυτή στάχτη, απάκια και λουκάνικα στα κάρβουνα, άφθονο αντικρυστό ντόπιο κατσίκι, συνοδεύουν την πρωτόρακη.  Ακόμη  και φρέσκα καρύδια, κάστανα, ρόδια, μήλα και κυδώνια διαθέτει το τραπέζι!

Και οι ρέκτες της ρακής, πίνουν μια, πίνουν δυο και συνεχίζουν να πίνουν χάνοντας το λογαριασμό. Στο τέλος ζαλισμένοι και τρικλίζοντας οι περισσότεροι, καληνυκτούν! Και του χρόνου να είμαστε καλά να ξαναβρεθούμε. Να ΄σαι καλά Παντελή, εσύ και το καζάνι σου!

Οι ιδιοκτήτες καζανιών  στο χωριό μας



Οι κάτοικοι της  Κριτσάς από παλαιόθεν, εκτός από τον πλούσιο και μεγάλο ελαιώνα, με το παραγόμενο και στις μέρες μας, χιλιάδες τόνους εκλεκτό λάδι, το γνωστό και πολυβραβευμένο, Κριτσά 03, φύτευαν και καλλιεργούσαν  αμυγδαλιές, χαρουπιές, επίσης εσπεριδοειδή και κήπους για τα ζαζαρβατικά για  οικογενειακή βασικά χρήση, αλλά και διέθεταν επίσης κι ένα μεγάλο κι αξιόλογο  αμπελώνα, στη θέση Σόχωρα, γύρω από τον διασωθέντα στις μέρες μας  Ενετικό πύργο και πιο πάνω από την Παναγία Κερά.

Από τον αμπελώνα αυτό, οι Κριτσώτες παρήγαγαν μεγάλες ποσότητες σταφυλιών, (ποικιλία  λιάτικο κυρίως),και τα πατητήρια και στη συνέχεια τα καζάνια έπαιρναν φωτιά.

Ανάγκη λοιπόν από παλιά υπήρξε η ύπαρξη και λειτουργία πολλών καζανιών. Εμείς ρωτήσαμε να πληροφορηθούμε για τα λειτουργούντα καζάνια  στις μέρες μας,  τον αγαπητό χωριανό Μιχάλη Σφακιανό, (τον πάντα ενημερωμένο) και μας ανέφερε ότι τα τελευταία χρόνια διαθέτουν και λειτουργούν νομίμως καζάνια, οι παρακάτω Κριτσώτες:

1. Στη Ρούσα Λίμνη ο Παντελής Επιτροπάκης, 2. Στον κάμπο ο Μιχάλης Τσίγκος, 3. Στη θέση Αρχάγγελος, ο Μιχάλης Κοκκίνης, 4. Στον Άγιο Κωνσταντίνο, ο Γεώργιος Δαβράδος, 5. Στην Αμμούδα (Νηπιαγωγείο), ο Γιώργης Διαλυνάς, 6.Στα Καββούσα, ο Γιώργης Κοκκίνης, 7. Στο Πλάι, στο δρόμο προς Καθαρό, ο Δημήτρης Κουτουλάκης (Ζερβογιάννης,) με διάδοχο τελευταία το γιό του, 8. Ο Λευτέρης Διαλυνάς, στο Κουτσουνάρι, 9. Ο Στερεός Δαβράδος στον Παλαίμυλο, (Σκεπαστό Ποταμό) και 10. Ο Γιάννης Λιανάκης δίπλα στου Μασσάρο το βενζινάδικο (Αρχάγγελο).

Βεβαίως, παλαιότερα λειτούργησαν και κάμποσα άλλα, που στη συνέχεια σταμάτησαν λόγω γήρατος , υψηλών κρατικών φόρων παραγωγής τα τελευταία χρόνια, ή άλλης αιτίας των ιδιοκτητών τους.

 Κλείνοντας εδώ να σάς αναφέρουμε ότι ο μεγάλος αυτός αμπελώνας στα Σόχωρα της Κριτσάς, σήμερα δεν υφίσταται. Η πολιτεία πριν κάποια χρόνια εφαρμόζοντας Ευρωπαϊκή οδηγία; επιδοτούσε το ξερίζωμα των αμπελιών, αλλά και η ενεσκήψουσα φυλλοξήρα, οδήγησε τον κόσμο να  φυτέψει  ελιές. Έτσι σήμερα στη θέση του παλιού αμπελώνα συναντάμε εκατοντάδες ελιές που διαμορφώνουν ένα πλούσιο ελαιώνα. Τούτο όμως επέφερε τη μείωση της παραγωγής σταφυλιών στην Κριτσά.

  Ευτυχώς η Κριτσά διαθέτει και το Οροπέδιο Καθαρό όπου κι εδώ υπήρχαν από παλιά αμπέλια και συνεχίζουν και σήμερα έστω μειωμένα.

 Τούτα τα αμπέλια εφοδιάζουν κάθε χρόνο τα καζάνια του χωριού και δίδεται η ευκαιρία σε γνωστούς και φίλους να επισκεφτούν κάποιο από αυτά και να περάσουν μια υπέροχη βραδιά με τη φρέσκια, μυρωδάτη αορίτικη ρακή και τη συνοδεία  ποικιλίας εκλεκτών μεζέδων.

   Το καζάνι είναι μια «γιορτή» για όλους γενικότερα τους Κρητικούς. Ένα μεθυστικό πανηγύρι απ’ άκρη, σ’ άκρη του ξεχωριστού νησιού μας!

 Η πρωτόρακη ρέει ζεστή απ 'το καζάνι, κατ' ευθείαν στα ποτήρια τόσο των καλεσμένων, όσο και των ακάλεστων, αλλ’ όμως χρειάζεται μέτρο. Γιατί:

 Η πρώτη φέρνει όρεξη, η δεύτερη ευτυχία, η τρίτη φέρνει τη χαρά, η τέταρτη ευεξία. Η πέμπτη φέρνει έξαψη, η έκτη φλυαρία, η έβδομη τη συμπλοκή, η όγδοη αστυνομία.

Ε, καφετζή, κέρασε το σύντεκνο μια ρακή και φέρε μας και μάς ένα καραφάκι…..!

Γιάννης Κ.Ταβλάς Δάσκαλος εκ Κριτσάς Λασιθίου

 

 


ΑΦΙΕΡΩΜΑ

  Ο ΙΔΡΥΤΗΣ ΤΟΥ ΑΓΡΟΤΙΚΟΥ   ΕΛΑΙΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΥ ΚΡΙΤΣΑΣ,     ΠΑΠΑΔΟΥΛΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ, (ΠΑΠΑΔΟΥΛΟΚΩΝΣΤΑΝΤΗΣ) Ένας ευφυής Κριτσώτης μ...