Παρασκευή 31 Μαΐου 2024

ΑΣΧΟΛΙΕΣ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ

 

Τρυγοπατήματα , καζανέματα και καζανιάρηδες στην Κριτσά

Γράφει ο Γιάννης Κ. Ταβλάς

Σ’ ένα καζάνι Κριτσώτικο διαλέξαμε να πάμε,

ρακή και  οφτή πατάτα τ’ αοριού, να βρούμε και να φάμε!

 

Πότε και πώς γίνεται η συγκομιδή του αμπελιού

Ο τρύγος είναι μια από τις πιο σημαντικές διαδικασίες για τους παραγωγούς σταφυλιών. Σε πολλά μέρη της Κρήτης αλλά και γενικότερα στην πατρίδα μας, η μέρα της συγκομιδής είναι τόσο σημαντική που οι παραγωγοί οργανώνουν γλέντια για να γιορτάσουν το μεγάλο γεγονός.

Η περίοδος συγκομιδής των σταφυλιών γενικά, αρχίζει ένα με δυόμιση μήνες   μετά την καρπόδεση, τη στιγμή που οι ρώγες αλλάζουν χρώμα από πράσινο σε κίτρινο (για τις λευκές ποικιλίες), ή κόκκινο-μωβ (για τις κόκκινες ποικιλίες).

Γενικά στα μέρη μας,  οι περισσότερες ποικιλίες ωριμάζουν, από τον Αύγουστο έως τον Νοέμβριο.

Ωστόσο, δεν είναι εύκολο να καθοριστεί ο ιδανικός χρόνος συγκομιδής στα αμπέλια. Οι περιβαλλοντικές συνθήκες, ο τύπος του εδάφους, η θέση της ποικιλίας και οι καλλιεργητικές τεχνικές διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην ποιότητα του τελικού προϊόντος.  Γρηγορότερα δηλαδή π.χ. ωριμάζουν τα σταφύλια στα πεδινά κι αργότερα στα ορεινά μέρη. Οι παραγωγοί επίσης συλλέγουν διαφορετικούς τύπους ή ποικιλίες σε διαφορετικά στάδια ωρίμανσης, προκειμένου να επιτύχουν επιθυμητά ποιοτικά χαρακτηριστικά.

Κυρίως με τον ερχομό του Σεπτέμβρη, του «Τρυγητή», όπως αναφέρεται αυτός ο μήνας στη λαϊκή μας παράδοση, ξεκινά η διαδικασία του τρύγου των οινοστάφυλων.

 Θέρος –τρύγος– πόλεμος έλεγαν οι παλιοί αμπελουργοί, θέλοντας να δηλώσουν εμφατικά τη μεγάλη κινητοποίηση και το μόχθο ολόκληρης της οικογένειας, προκειμένου να φέρει εις πέρας μια από τις πιο απαιτητικές αγροτικές εργασίες της χρονιάς.

Έθιμα του τρύγου

Μια πραγματική ιεροτελεστία, όπως ο τρύγος, δεν θα μπορούσε παρά να έχει τα δικά του έθιμα. Στις 6 Αυγούστου οι αμπελουργοί συνήθιζαν να γεμίζουν ένα καλάθι με τα πρώτα ώριμα σταφύλια και να τα πηγαίνουν στην εκκλησία όπου διαβάζονταν ειδική ευχή για την επιτυχία των αμπελιών.

 Επίσης, την πρώτη ημέρα του τρύγου γίνονταν στο αμπέλι αγιασμός με ειδικό ευχολόγιο (Ευχή επί τρυγής αμπέλου).

Επειδή όμως ο τρύγος ήταν και είναι μια μεγάλη γιορτή δε θα μπορούσαν να λείπουν οι στιγμές ανάπαυλας και γλεντιού. Κάθε μεσημέρι, καθ’ όλη τα διάρκεια του τρύγου, ο αμπελουργός προσφέρει φαγητό, το οποίο απολαμβάνουν όλοι οι συμμετέχοντες μαζί σαν μια μεγάλη παρέα. Πίνοντας και τρώγοντας γίνονται οι πρώτες εκτιμήσεις για την ποσότητα και την ποιότητα της σοδειάς.

Το ραντεβού για το επόμενο γλέντι δίνεται στο πατητήρι, με πλούσιους μεζέδες και τα κεράσματα να ρέουν… άφθονα!

Ανέκαθεν, ο τρύγος ήταν μια συλλογική εργασία που βασίζονταν στην αλληλοβοήθεια. Οι εργασίες έπρεπε να γίνουν στην ώρα τους και χωρίς καθυστερήσεις, καθώς ο καιρός το Φθινόπωρο είναι απρόβλεπτος και μια πιθανή βροχή μπορεί να καταστρέψει την παραγωγή. Έτσι, με το χάραμα της ημέρας μικροί και μεγάλοι, συγγενείς και φίλοι, με κέφι, τραγούδια και πειράγματα έπαιρναν τα πόστα τους στ’ αμπέλι. Όλες οι δουλειές ήταν από πριν μοιρασμένες: Οι νεότεροι και οι γυναίκες αναλάμβαναν το κόψιμο των σταφυλιών, τα οποία τοποθετούσαν προσεκτικά στα «τρυγοκόφινα», ή στατελάρα που είχαν δίπλα τους. Οι πιο «γεροδεμένοι» περνούσαν τακτικά από τις σειρές του αμπελιού, σήκωναν στην πλάτη τα κοφίνια και τα φόρτωναν στα γαϊδουράκια, παλαιότερα, ή στα αγροτικά αυτοκίνητα αργότερα.

Η  σοδειά μεταφέρονταν στο χώρο όπου βρίσκονταν το πατητήρι. Εκεί, ξεκινούσε το δεύτερο στάδιο, το πάτημα των σταφυλιών. Με δυνατά πατήματα ή γρήγορα βήματα πάνω από τα σταφύλια επιτυγχάνονταν η εκχύμωση. Ο μούστος καθώς έρεε σιγά σιγά από ειδικά ανοίγματα στη βάση του πατητηριού, συγκεντρώνονταν και αποθηκεύονταν σε μεγάλα ξύλινα βαρέλια. Εκεί έμενε για περίπου τρεις μήνες, μέχρι να «ζυμωθεί» και να γίνει κρασί.


Η πρώτη δοκιμή του κρασιού γινόταν του Αγίου Δημητρίου (26 Οκτωβρίου) ή του Αγίου Γεωργίου του Μεθυστή (3 Νοεμβρίου).

Όταν ο κύκλος της οινοποίησης ολοκληρωθεί, τίποτα δεν συγκρίνεται με το καμάρι του αμπελουργού για το δικό του, σπιτικό κρασί, που θα τον συντροφεύσει όλο το χρόνο σε λύπες και χαρές!

Η άδεια λειτουργίας του καζανιού

Η λέξη καζάνι προέρχεται από την τούρκικη λέξη kazan που σημαίνει χύτρα. Τοκαζάνι είναι το χάλκινο δοχείο, που μπαίνουν τα υπολείμματα του μούστου και βράζονται προκειμένου να γίνει η απόσταξη της ρακής.

Η οικιακή απόσταξη αλκοολούχων ποτών από παλιά, δεν είναι νόμιμη. Όμως η παραδοσιακή απόσταξη όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, όταν γίνεται σε καζάνια και σε  χώρους, όπου είναι δηλωμένοι και δίδεται  άδεια από το κράτος, εισπράττοντας βεβαίως  και τον ανάλογο φόρο εκ της παραγωγής της ρακής, επιτρέπεται.

Το έθιμο του ρακοκάζανου θεσμοθετήθηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο το 1920, ο οποίος προκειμένου να νομιμοποιήσει την απόσταξη της ρακής, έδωσε άδειες για την απόκτηση και λειτουργία των ρακοκάζανων  στους Κρητικούς αγρότες, ώστε να μην κινούνται στην παρανομία.

Παραδοσιακά οι άδειες μεταβιβάζονται από πατέρα σε γιο. Αν κάποιος βέβαια θέλει μπορεί να «πωλήσει» την άδεια καζανιού σε κάποιον χωριανό του, όπως ακριβώς λειτουργούν και οι άδειες ταξί στις πόλεις. Το σίγουρο είναι ότι στις μέρες μας η έκδοση άδειας καζανιού είναι περιορισμένη (κλειστή όπως λένε) οπότε ψάξτε μήπως κατέχετε κάποια άδεια από την εποχή των προπάππων σας. Χρόνο με το χρόνο τα καζάνια κλείνουν λόγω των υψηλών φόρων που επιβάλλει η πολιτεία καθώς κι άλλων περιοριστικών κανόνων. Φοβόμαστε, ότι δε θα αργήσει ο χρόνος, που το λαϊκό ρακάκι, θα είναι μόνο για προνομιούχους!

 

Η διαδικασία του καζανέματος κατά την ηλικιωμένη  κυρία  Χαρίκλεια



 «Η παραγωγή της ρακής τα παλιά χρόνια ήταν μια δύσκολη διαδικασία», μας διηγείται  η κυρία Χαρίκλεια.

 «Μαζεύαμε τα σταφύλια και τα μεταφέραμε με το γάιδαρο, μέσα στις κόφες, με τελικό προορισμό το πατητήρι. Εκεί τα πατούσαμε και αφού λιώναμε τις ρώγες, παίρναμε το μούστο για να γίνει το κρασί και στη συνέχεια βάζαμε την ψίχα και τα τσαμπιά ,σε βαρέλια ή σε πιθάρια. Τα πλακώναμε με αστιβίδες και με πέτρες και τα αφήναμε εκεί να βράσουν. Αφού έβραζαν, μετά από ένα μήνα περίπου, τα μεταφέραμε στο καζάνι για να βγάλουμε τη ρακή », ενώ παρακάτω συνεχίζει λέγοντας.

«Τότε τα καζάνια είχαν κάποιες διαφορές. Πάνω στην παραθιά  στήνονταν το χάλκινο καζάνι και με το βρασμό, (γινόταν με κάψιμο χοντρών ξύλων στην παραθιά), μεταφέρονταν τα ζάχαρα των βρασμένων στράφυλων υπό μορφή αερίου μέχρι το λουλά από το καπάκι. Ο λουλάς βυθισμένος μέσα στο κρύο νερό ενός πυθαριού  υγροποιούσε τους υδρατμούς. Κατά διαστήματα τρίβαμε με ένα κρύο πανί τυλιγμένο στην άκρη ενός καλαμιού το ζεσταμένο κατά καιρούς λουλά, για να κρυώνει και να βοηθάει στην υγροποίηση των υδρατμών, που μετατρεπόταν σε ρακή. Τέλος η ρακή ζεστή, ζεστή  έτρεχε μ’ ένα σωληνάκι, σ’ ένα πήλινο τσικάλι.

Ήταν δύσκολη η παραγωγή ρακής! Ήθελε κόπο! Τώρα είναι όλα πιο εύκολα….βγάζουν τη ρακή πιο άνετα με σύγχρονα καζάνια. Μόνο τα ξύλα να φροντίσεις να κόψεις και να τα κουβαλάς για τη παραθιά….! Αλλ’ όμως τότε νιώθαμε πιο όμορφα, πιο αγνά…., βγάζαμε τη ρακή ξέγνοιαστα και χωρίς άγχος, χωρίς  να έχουμε πιέσεις, πολλές έννοιες και απαιτήσεις..!»

Η κ. Χαρίκλεια, θυμάται με χαρά τα γλέντια και τις παρέες που έκαναν με αφορμή τη ρακή. «Μαζευόμασταν όλοι οι χωριανοί, οι συγγενείς και οι φίλοι και στήναμε γλέντι με αφορμή τη ρακή, ενώ δεν παραλείπει να μας πει και μια σχετική μαντινάδα

«Σ’ ένα καζάνι εσμίξαμε με μια καλή παρέα,

πρωτόρακη επίναμε μέχρι να αλλάξει η μέρα!»

 

Μας είπε επίσης ότι με ζύμη σφράγιζαν  στα παραδοσιακά καζάνια το καπάκι του καζανιού. «Τώρα παίρνουμε κριθάλευρο με νερό και φτιάχνουμε τη ζύμη με την οποία σφραγίζουμε το καπάκι. Τότε δε μας έφτανε το αλεύρι για το καζάνι, ήταν βλέπετε δύσκολη η παραγωγή του…  Μαζεύαμε άσπρο χώμα, το κάναμε λάσπη και το χρησιμοποιούσαμε για να σφραγίσουμε το καπάκι».

Τα ρακοκάζανα στις μέρες μας…

Στο πέρασμα του χρόνου όλα αλλάζουν και όλα εξελίσσονται.. Αυτό που μένει είναι η αγάπη των ανθρώπων και η διάθεση της καρδιάς τους να διασκεδάζει και να περνάει όμορφα.

Όπως την εποχή των προηγούμενων αιώνων έτσι και τώρα στην Κριτσά, αλλά και σε όλα τα χωριά της Κρήτης η παραγωγή της τσικουδιάς και το άνοιγμα του ρακοκάζανου είναι αφορμή για παρέα και πολυήμερο γλέντι. Καλούνται οι συγγενείς, οι φίλοι και όλα τα αγαπημένα πρόσωπα να δοκιμάσουν τη ζεστή τσικουδιά και όλοι μαζί να γλεντήσουν και να γιορτάσουν με τραγούδι και χορό. Η τσικουδιά στην Κρήτη είναι το προϊόν που δε λείπει από κανένα νοικοκυριό. Συνοδεύει τους Κρήτες σε κάθε εκδήλωση της ζωής τους….σε χαρές και λύπες, σε οικογενειακές υποχρεώσεις και ξεφαντώματα! Γι’ αυτό και η παραγωγή της θεωρείται σημαντική αλλά και απαραίτητη!

«Ω τη παντέρμη τη ρακή και ίντα δουλειές τσι κάνει
και όταν την πίνω γίνεται το πάτωμα ταβάνι»

 

Ναι, στην Κρήτη κάθε χρόνο, τα τσικουδοκάζανα παίρνουν φωτιά και αναμφισβήτητα δίνεται μια ευκαιρία σε μικρούς και μεγάλους  να ζήσουν ξεχωριστές στιγμές, όμορφες βραδιές στους χώρους  του καζανιού με τη μεθυστική μυρωδιά της τσικουδιάς.

Στο καζάνι  δεν είναι τόσο η οικονομική δραστηριότητα που το κάνει σημαντικό,  πέρα από κάποιο επιπλέον εισόδημα. Πάνω απ’ όλα, είναι κοινωνικό φαινόμενο και παράδοση. Γύρω από ένα καζάνι μπορούν να βρεθούν δεκάδες άτομα. Λόγω της ιδιαιτερότητας στην παραγωγή της τσικουδιάς, το καζάνι μπορεί να μείνει ανοιχτό μια, δύο ή και περισσότερες μέρες, αναλόγως την ποσότητα των στράφυλων που έχουν  φέρει προς απόσταξη οι «πελάτες». Αυτό επιτρέπει ένα ολοήμερο γλέντι όπου οι καλεσμένοι κάνουν την παρουσία τους οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας.

 Μαντινιάδες, χορός, ερασιτέχνες μουσικοί, βάζουν τις καλύτερες προδιαγραφές για την έκβαση της βραδιάς. Οι ευχές που ακούγονται από τα κόκκινα πρόσωπα είναι κάποιες φορές πρωτότυπες και αντανακλούν την ιδιοσυγκρασία και την ετοιμολογία των Κρητικών. «Καλόπιοτη» «πάντα σε χαρές» «καλοξόδευτη» «του χρόνου τα διπλά» « με καλό να χηρέψουμε» ….

Το τραπέζι στα ρακοκάζανα μπορεί να ‘ναι λιτό ή πλούσιο. Σε κάθε περίπτωση, τα εποχικά τοπικά παραδοσιακά προϊόντα, σίγουρα  κάνουν την εμφάνιση τους, είτε ως μεζέδες, είτε ως κυρίως πιάτο. Τα κάρβουνα και η χόβολη της φωτιάς του καζανιού, φυσικά δίνουν τη λύση, είτε ως εστίες μαγειρέματος, είτε ως θέρμανση… πέρα της τσικουδιάς.

Πατάτες οφτές, δηλαδή ολόκληρες πατάτες με την φλούδα ψημένες στην καυτή στάχτη, απάκια και λουκάνικα στα κάρβουνα, άφθονο αντικρυστό ντόπιο κατσίκι, συνοδεύουν την πρωτόρακη.  Ακόμη  και φρέσκα καρύδια, κάστανα, ρόδια, μήλα και κυδώνια διαθέτει το τραπέζι!

Και οι ρέκτες της ρακής, πίνουν μια, πίνουν δυο και συνεχίζουν να πίνουν χάνοντας το λογαριασμό. Στο τέλος ζαλισμένοι και τρικλίζοντας οι περισσότεροι, καληνυκτούν! Και του χρόνου να είμαστε καλά να ξαναβρεθούμε. Να ΄σαι καλά Παντελή, εσύ και το καζάνι σου!

Οι ιδιοκτήτες καζανιών  στο χωριό μας



Οι κάτοικοι της  Κριτσάς από παλαιόθεν, εκτός από τον πλούσιο και μεγάλο ελαιώνα, με το παραγόμενο και στις μέρες μας, χιλιάδες τόνους εκλεκτό λάδι, το γνωστό και πολυβραβευμένο, Κριτσά 03, φύτευαν και καλλιεργούσαν  αμυγδαλιές, χαρουπιές, επίσης εσπεριδοειδή και κήπους για τα ζαζαρβατικά για  οικογενειακή βασικά χρήση, αλλά και διέθεταν επίσης κι ένα μεγάλο κι αξιόλογο  αμπελώνα, στη θέση Σόχωρα, γύρω από τον διασωθέντα στις μέρες μας  Ενετικό πύργο και πιο πάνω από την Παναγία Κερά.

Από τον αμπελώνα αυτό, οι Κριτσώτες παρήγαγαν μεγάλες ποσότητες σταφυλιών, (ποικιλία  λιάτικο κυρίως),και τα πατητήρια και στη συνέχεια τα καζάνια έπαιρναν φωτιά.

Ανάγκη λοιπόν από παλιά υπήρξε η ύπαρξη και λειτουργία πολλών καζανιών. Εμείς ρωτήσαμε να πληροφορηθούμε για τα λειτουργούντα καζάνια  στις μέρες μας,  τον αγαπητό χωριανό Μιχάλη Σφακιανό, (τον πάντα ενημερωμένο) και μας ανέφερε ότι τα τελευταία χρόνια διαθέτουν και λειτουργούν νομίμως καζάνια, οι παρακάτω Κριτσώτες:

1. Στη Ρούσα Λίμνη ο Παντελής Επιτροπάκης, 2. Στον κάμπο ο Μιχάλης Τσίγκος, 3. Στη θέση Αρχάγγελος, ο Μιχάλης Κοκκίνης, 4. Στον Άγιο Κωνσταντίνο, ο Γεώργιος Δαβράδος, 5. Στην Αμμούδα (Νηπιαγωγείο), ο Γιώργης Διαλυνάς, 6.Στα Καββούσα, ο Γιώργης Κοκκίνης, 7. Στο Πλάι, στο δρόμο προς Καθαρό, ο Δημήτρης Κουτουλάκης (Ζερβογιάννης,) με διάδοχο τελευταία το γιό του, 8. Ο Λευτέρης Διαλυνάς, στο Κουτσουνάρι, 9. Ο Στερεός Δαβράδος στον Παλαίμυλο, (Σκεπαστό Ποταμό) και 10. Ο Γιάννης Λιανάκης δίπλα στου Μασσάρο το βενζινάδικο (Αρχάγγελο).

Βεβαίως, παλαιότερα λειτούργησαν και κάμποσα άλλα, που στη συνέχεια σταμάτησαν λόγω γήρατος , υψηλών κρατικών φόρων παραγωγής τα τελευταία χρόνια, ή άλλης αιτίας των ιδιοκτητών τους.

 Κλείνοντας εδώ να σάς αναφέρουμε ότι ο μεγάλος αυτός αμπελώνας στα Σόχωρα της Κριτσάς, σήμερα δεν υφίσταται. Η πολιτεία πριν κάποια χρόνια εφαρμόζοντας Ευρωπαϊκή οδηγία; επιδοτούσε το ξερίζωμα των αμπελιών, αλλά και η ενεσκήψουσα φυλλοξήρα, οδήγησε τον κόσμο να  φυτέψει  ελιές. Έτσι σήμερα στη θέση του παλιού αμπελώνα συναντάμε εκατοντάδες ελιές που διαμορφώνουν ένα πλούσιο ελαιώνα. Τούτο όμως επέφερε τη μείωση της παραγωγής σταφυλιών στην Κριτσά.

  Ευτυχώς η Κριτσά διαθέτει και το Οροπέδιο Καθαρό όπου κι εδώ υπήρχαν από παλιά αμπέλια και συνεχίζουν και σήμερα έστω μειωμένα.

 Τούτα τα αμπέλια εφοδιάζουν κάθε χρόνο τα καζάνια του χωριού και δίδεται η ευκαιρία σε γνωστούς και φίλους να επισκεφτούν κάποιο από αυτά και να περάσουν μια υπέροχη βραδιά με τη φρέσκια, μυρωδάτη αορίτικη ρακή και τη συνοδεία  ποικιλίας εκλεκτών μεζέδων.

   Το καζάνι είναι μια «γιορτή» για όλους γενικότερα τους Κρητικούς. Ένα μεθυστικό πανηγύρι απ’ άκρη, σ’ άκρη του ξεχωριστού νησιού μας!

 Η πρωτόρακη ρέει ζεστή απ 'το καζάνι, κατ' ευθείαν στα ποτήρια τόσο των καλεσμένων, όσο και των ακάλεστων, αλλ’ όμως χρειάζεται μέτρο. Γιατί:

 Η πρώτη φέρνει όρεξη, η δεύτερη ευτυχία, η τρίτη φέρνει τη χαρά, η τέταρτη ευεξία. Η πέμπτη φέρνει έξαψη, η έκτη φλυαρία, η έβδομη τη συμπλοκή, η όγδοη αστυνομία.

Ε, καφετζή, κέρασε το σύντεκνο μια ρακή και φέρε μας και μάς ένα καραφάκι…..!

Γιάννης Κ.Ταβλάς Δάσκαλος εκ Κριτσάς Λασιθίου

 

 


Τετάρτη 20 Δεκεμβρίου 2023

ΠΑΛΙΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ - Ο ΣΧΟΙΝΟΠΟΙΟΣ Ν. ΣΚΟΥΛΙΚΑΡΗΣ

 

ΚΡΙΤΣΩΤΙΚΟΙ ΠΑΛΜΟΙ

Σχοινοποιός, ένα παραδοσιακό επάγγελμα και ο Κριτσώτης Νικόλαος Σκουλικάρης



Όσο γυρνάμε προς τα πίσω, επαγγέλματα, πολλά παλιά επαγγέλματα, το ένα πίσω από το άλλο ,  έσβησαν και συνεχίζουν να σβήνουν κάθε μέρα.

            Επαγγέλματα, που στο παρελθόν, (στο πολύ παρελθόν όμως), είχαν μεγάλη ζήτηση, αλλά λόγω της τεχνολογικής ανάπτυξης έπαψαν να υφίστανται.

            Ταξιδεύοντας με την χρονοκάψουλά μας, θα θυμηθούμε ανθρώπους που προσδιορίζονταν π.χ. ως xαλκιάς              (σιδηρουργός), κατρατζής, (αυτός που ασχολείται με την πίσσα, άσφαλτο) , κανταρτζής - κανταριστής, (αυτός που ζυγίζει με το καντάρι),καλαφάτης, (αυτός που σφραγίζει τις σχισμές, ρωγμές, παλαιών ξύλινων βαρκών και πλοίων),  ή ο γκαϊτατζής (ο μουσικός που έπαιζε γκάϊντα), αλλά κι άλλα πολλά και είναι πολύ πιθανόν, όσοι είναι μικρής ηλικίας, να μην τα έχουν ακούσει πότε ή σχεδόν ποτέ.

Ένα τέτοιο επάγγελμα  που ασκούσαν οι άνθρωποι σε παλαιότερους χρόνους είναι και ο σχοινάς, (σκοινάς) ή σχοινοποιός ή σχοινομπλόκος.

Ο σχοινοποιός,  είναι ένα από τα  παλιά επαγγέλματα  που έπαψε προ πολλού  να υφίσταται, εν σχέση με τον παλιό, παραδοσιακό τρόπο κατασκευής των σχοινιών. Σχοινοποιός ή σχοινάς ή σκοινάς λεγόταν ο τεχνίτης που γνώριζε την τέχνη να κατασκευάζει τα σχοινιά.

Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2023

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

                                             ΚΡΙΤΣΩΤΙΚΟΙ ΠΑΛΜΟΙ

ΑΠΟ ΤΑ  ΑΜΜΟΧΑΛΙΚΑ (ΑΜΜΟΤΣΑΪΛΑ)ΤΩΝ ΠΟΤΑΜΩΝ ,

ΣΤΑ ΛΑΤΟΜΕΙΑ - ΝΤΑΜΑΡΙΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΕΤΟΙΜΟ ΜΠΕΤΟΝ


             Σήμερα ας ανατρέξουμε αρκετά χρόνια πίσω και οι μνήμες ας μάς οδηγήσουν  στον Καλό Ποταμό, τον ξεροπόταμο του χωριού μας .

 Ένας χείμαρρος είναι, που κατεβάζει τα νερά του μόνο τους χειμερινούς μήνες, ψηλά από τα χιονισμένα βουνά του Αοριού της Κριτσάς  και συνεχίζει την πορεία του μέσα από έναν ξεχωριστό φαράγγι, για να διασχίσει τον κάμπο του χωριού και να σμίξει τέλος με τα νερά της θάλασσας, στον Άγιο Παντελεήμονα, την παραλία του Καλού Χωριού.

O αγωνιστής Γιάννης Κουτάντος

Ας αφήσουμε λοιπόν  τη φαντασία μας, να  μάς  πάει  εκεί στο ύψος της γέφυρας, (καμάρας)  όπως λέμε και στην τοποθεσία Λογάρι, δυο μόλις χιλιόμετρα από την Κριτσά, κατηφορίζοντας για τον  Άγιο Νικόλαο.

Το μάτι μας πέφτει σ’ ένα γεροδεμένο και ηλιοκαμένο άνδρα να «σκάβει» στο ποτάμι και πιο πέρα να υψώνονται δυο σωροί από χαλίκια.

Ο άνδρας αυτός δεν είναι άλλος από το χωριανό μας - κάτοικος Παλαιμύλου Κριτσάς - , ο Γιάννης Κουτάντος.

Ο Γιάννης Κουτάντος, ο Γιάννης της Βαγγελινιάς, όπως ήταν γνωστός στους χωριανούς του, υπήρξε ένας φιλήσυχος συνάνθρωπός μας, που προσπαθούσε να ζήσει τη γυναίκα του Αθηνά και  τις δυο  του κόρες (Μαρίκα και Αγλαΐα), με χειρωνακτικές εργασίες.

 Στα νιάτα του, αλλά και πολύ αργότερα, όσο του επέτρεπαν οι δυνάμεις του ασχολήθηκε και με την περισυλλογή αμμοχάλικων από τον Καλό ποταμό που αναφέραμε νωρίτερα. Μάλιστα πρέπει να υπήρξε και ο μοναδικός στο χωριό μας που ασχολήθηκε με τη συλλογή αμμοχάλικων.

Κατά την  εκστρατεία στη Μικρά Ασία το 1919, έλαβε μέρος ως στρατιώτης, στις εκεί μάχες, για την απελευθέρωση των αλύτρωτων αδελφών της περιοχής. Μετά την ατυχή έκβαση της εκστρατείας και του ξεριζωμού του ελληνισμού, συλλαμβάνεται μετά εκατοντάδων άλλων από τους Τούρκους, αιχμάλωτος.

 Δέκα χρόνια κράτησε η περιπέτειά του και  κατά διήγηση του ιδίου,  τράβηξε αφάνταστες κακουχίες κι εξευτελισμούς και τελικά κατάφερε να επιστρέψει στο χωριό του, ταλαιπωρημένος κι εξαντλημένος. Όμως στάθηκε στα πόδια του και ξεκίνησε μια νέα ζωή, ένα νέο αγώνα επιβίωσης. Μάλιστα πολύ νωρίς έχασε την αγαπημένη του γυναίκα κι έκτοτε ανέλαβε την ανατροφή και προστασία των δυο κοριτσιών του.  

Ναι τον θυμάμαι καλά το μακαρίτη το Γιάννη, να έρχεται στο καφενείο του Ξενοφώντος, του  (Ξενοφού) όπως τον αποκαλούσαν και καθισμένος μοναχός του απολάμβανε το κρασάκι του και κάποιο τραγούδι σαν αμανές έβγαινε από μέσα του. Είχε βλέπετε μνήμες πολλές  και βάσανα πολλά ο άνθρωπος. Καμμιά φορά έπαιζε και καμμιά κολλιτσίνα, για να περνά η ώρα!

Εργαλεία του ένας κασμάς , ένα σκαπέτι και μια κνισάρα - κόσκινο. Έστηνε την κνισάρα του σε σημεία του ποταμού εκεί  που έβλεπε  να υπάρχει  υλικό - φερτά υλικά -  και θα μπορούσε να πάρει την άμμο , τα πιο μικρά δηλαδή πετραδάκια ή τα μεγαλύτερα που ήταν το χαλίκι, υλικά  που δημιουργήθηκαν από  τις πέτρες μικρές ή μεγαλύτερες παρασυρόμενες από την ορμή του νερού και με την τριβή κατηφορίζοντας μετατράπηκαν σε αμμοχάλικο.

Ένα υλικό βέβαια ανακατεμένο με χώμα, ξύλα κι άλλα άχρηστα υλικά, και χρειαζόταν επεξεργασία. Έπρεπε να περάσει από τη διαδικασία του κοσκινίσματος για να είναι καθαρό και έτοιμο να χρησιμοποιηθεί. Ανάλογα  ανακατεύονταν στη συνέχεια με ασβέστη, ή τσιμέντο για τις οικοδομικές εργασίες.

Υπομονετικά και μέσα στο λιοπύρι – βλέπετε αυτή η δουλειά μπορεί να γίνει μόνο το Καλοκαίρι που δεν τρέχει ο ποταμός - ο μακαρίτης Γιάννης, έσκαβε και πετούσε το υλικό στο κόσκινο κι έτσι γινόταν η διαλογή.  Πίσω πήγαινε η άμμος και μπροστά έμενε το χαλίκι, (στρογγυλά βότσαλα).


 Έτσι με μεγάλο κόπο κατάφερνε να συγκεντρώνει την ανάλογη ποσότητα παραγγελίας ή να αποθηκεύει σε σωρούς ξεχωριστούς το αμμοχάλικο και να περιμένει τον επόμενο πελάτη.

Τα φορτηγά του χωριού πλησίαζαν στο σημείο κι εκείνος παρέα συνήθως με έναν εργάτη φτυάριζαν στην καρότσα το υλικό. Θυμάμαι το μακαρίτη Καρύδι Νικόλαο, (ιδιοκτήτης ασβεστοκάμινου), ο οποίος διέθετε και ανατρεπόμενο φορτηγό την εποχή εκείνη, να είναι ο κύριος μεταφορέας.

Αλλά και οι άλλοι Κριτσώτες ιδιοκτήτες φορτηγών Κουτάντος Γιάννης, (Κουταντογιάννης). Κλώντζας Γιάννης, (Κονιός) , Μιχάλης Κλώντζας, (Οβραίος), φόρτωναν και μετέφεραν κι εκείνοι.

Για τα χρόνια εκείνα βλέπετε, αυτά τα αμμοχάλικα αναγκαστικά αν και δεν ήταν και τόσο καλής ποιότητας, χρησιμοποιούσαν οι τεχνίτες, για τις οικοδομικές εργασίες. Τα λατομεία και τα τριβεία ακόμη δεν είχαν ξεκινήσει τη λειτουργία τους.

Τα περισσότερα σπίτια της Κριτσάς αλλά κι άλλων χωριών χτίστηκαν με υλικά των ποταμών και παρά την πάροδο δεκάδων ετών συνεχίζουν να αντέχουν στο χρόνο.

Η άμμος και το χαλίκι  είναι δυο από τις φερτές ύλες των ποταμών, οι οποίες παρασύρονται από την ορμή του νερού και αποτίθενται στις πεδινές περιοχές, όπου οι κλίσεις είναι ηπιότερες και η ροή μειωμένη.

 Καλά υλικά σχετικά, αλλά τα μειονεκτήματά τους είναι οι προσμίξεις χώματος, η λεία επιφάνεια και το στρογγυλευμένο σχήμα των κόκκων τους.

Τα ποταμίσια αμμοχάλικα λέγονται φυσικά ή συλλεκτά υλικά.

Τα φυσικά αυτά υλικά στις μέρες μας είναι σχετικά λίγα ή σπάνια και μάλιστα εδώ και μερικά χρόνια, απαγορεύτηκε η συλλογή τους.  Ένας σημαντικός λόγος της απαγόρευσης είναι ότι «Λατομεία», σπαστήρες, στήθηκαν μέσα στις κοίτες, ξεκοιλιάζοντας  τα ελληνικά ποτάμια, δημιουργώντας ανεπανόρθωτη οικολογική καταστροφή!

Λατομεία (νταμάρια), σπαστήρες και έτοιμο σκυρόδεμα, στην περιφέρεια Κριτσάς

Οι ανάγκες όμως για τις οικοδομικές εργασίες γενικότερα είναι μεγάλες και χρόνο με το χρόνο αυξάνονται παγκοσμίως.

Τόσο η απαγόρευση της συλλογής εκ των ποταμών αμμοχάλικων, όσο και η αύξηση της ζήτησής τους,  οδήγησαν τον άνθρωπο να στραφεί στην παραγωγή των αμμοχάλικων δια των λατομείων και των σπαστήρων, χρησιμοποιώντας ειδική πέτρα, κατάλληλης για την αντοχή της στις οικοδομικές εργασίες.

Η παραγωγή των αμμοχάλικων στα νταμάρια,  ξεκίνησε με εξόρυξη της πέτρας με κασμάδες, λοστούς και σπάσιμο με βαριοπούλες και με τη βοήθεια των φουρνέλων.

Δύσκολη πολύ η δουλειά αυτή και μάλιστα οι εργαζόμενοι κινδύνευαν από τυχόν ατύχημα από τα φουρνέλα. Δυστυχώς, ένα τέτοιο ατυχές περιστατικό συνέβη σε Κριτσώτες εργαζόμενους σε νταμάρι.

Στην περιφέρεια της Κριτσάς δημιουργήθηκαν από ιδιώτες λατομεία από πολύ νωρίς λόγω του κατάλληλου πετρώδους εδάφους της και λειτούργησαν σπαστήρες (τριβεία). Είχε αρχίσει βλέπετε, η οικοδομική ανάπτυξη του τόπου, λόγω κυρίως της έξαρσης του τουρισμού κι επομένως απαιτούνταν μεγάλες ποσότητες αμμοχάλικων.

Ανηφορίζοντας από τον Άγιο Νικόλαο προς Κριτσά, λειτούργησαν το Λατομείο του μακαρίτη  Μασσάρου Ιωάννη και της ΛΑΤΟΜΠΕΤΟΝ Αλεξανδράκη Α.Ε. στη θέση Αρκάμι και λίγο πριν τον οικισμό του Μαρδατίου.

Σήμερα το μεν Λατομείο του Μασσάρου σταμάτησε να λειτουργεί  πριν χρόνια και σ’ εκείνο της Αλεξανδράκη Α.Ε. λειτουργούν τα γραφεία της εταιρείας και η μονάδα παραγωγής έτοιμου σκυροδέματος, ενώ το λατομείο μεταφέρθηκε σε περιοχή των Ταπών. Βλέπετε η περιοχή οικοδομείται συνεχώς άρα ο θόρυβος και η πολλή σκόνη δημιούργησαν σοβαρά προβλήματα ρύπανσης στους οικισμούς  Ρούσα Λίμνης και Μαρδατίου.

Τα αμμοχάλικα ήταν και συνεχίζουν και σήμερα να είναι, μια αναγκαιότητα για τον άνθρωπο. Μετά το νερό, η άμμος είναι η πιο περιζήτητη πρώτη ύλη στον κόσμο.

Όπως όμως προειδοποιεί ο ΟΗΕ, πλέον «στερεύει» εξαιτίας της αλόγιστης χρήσης της. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΟΗΕ, σήμερα εξορύσσονται πάνω από 50 δισεκατομμύρια τόνοι άμμου και αμμοχάλικου ετησίως. Ποσότητα που αναλογεί σε περίπου 17 κιλά ανά άτομο την ημέρα και θα αρκούσε για να χτιστεί γύρω από ολόκληρη τη Γη ένα τείχος ύψους και πλάτους 27 μέτρων.

Αλλάζουν οι καιροί, αλλάζουν οι χρόνοι, αλλάζει η ζωή, άλλοι έρχονται κι άλλοι φεύγουν, «τα πάντα ρει και ουδέν μένει». Το μόνο πράγμα που παραμένει σταθερό είναι πως τα πάντα αλλάζουν.   Γειά σας!

                                ΓΙΑΝΝΗΣ  Κ. ΤΑΒΛΑΣ Δάσκαλος ο εκ Κριτσάς


Τρίτη 17 Οκτωβρίου 2023

ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΑΣ

 

ΚΡΙΤΣΩΤΙΚΟΙ ΠΑΛΜΟΙ

ΦΑΣΚΟΝΕΡΟ, ΜΙΑ ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ  ΠΗΓΗ ΣΤΙΣ ΚΟΥΚΙΣΤΡΕΣ

 ΤΗΣ ΚΡΙΤΣΑΣ


Αν ανατρέξουμε πολλά χρόνια πίσω, στην εκτενή  περιοχή της Κριτσάς,  θα εκπλαγούμε από την αφθονία των τρεχούμενων υπόγειων  νερών  που γέμιζαν πηγάδια ή σχημάτιζαν πηγές.

Αναφέρει γι’ αυτό στον ταξιδιωτικό του οδηγό που αφορά την κωμόπολη της  Κριτσάς αλλά και ολόκληρη την Κρήτη γενικότερα, ο Giuseppe Gerola, τα εξής:

Ανηφορίζοντας από τον κατάφυτο από ελιές, αμυγδαλιές, χαρουπιές κι άλλα δένδρα, κάμπο του χωριού και πλησιάζοντάς  το, τα ψηλά δένδρα, τα φυτά, η πυκνή γενικά βλάστηση, τα  πουλιά και τα τρεχούμενα νερά με εξέπληξαν. Τόση μεγάλη ήταν η αφθονία τους, τόση που  δεν το περίμενα, συνεχίζει. Παντού, μα παντού τρέχανε νερά και ποτίζονταν φυτά, δένδρα, κήπους, πολλούς κήπους!.

Ο Giuseppe Gerola , γεννήθηκε το 1877 και πέθανε το 1938 στην Ιταλία. Το 1900,το Ινστιτούτο επιστημών, γραμμάτων και τεχνών της Βενετίας τον έστειλε σαν επικεφαλής ενός ολόκληρου συνεργείου από ειδικευόμενα άτομα στην Κρήτη, με εντολή να μελετήσει, φωτογραφίσει και καταγράψει τα Ενετικά μνημεία σε όλο το νησί, προτού αυτά καταστραφούν από το χρόνο.

Πράγματι ο Γκερόλα έμεινε δύο χρόνια στην Κρήτη, αφού πήγε από το ένα άκρο της μέχρι το άλλο. Όταν τέλειωσε γύρισε πίσω στη Βενετία, όπου και έδωσε εις το Ινστιτούτο όλη την εργασία του, που με τόσο κόπο και φροντίδα είχε συγκεντρώσει. Σύμφωνα λοιπόν με τα στοιχεία του, το Ινστιτούτο έκδωσε χρονικό διάστημα από το 1905,μέχρι και το 1932,ένα θαυμάσιο έργο, που αποτελείται από 4 μεγάλους τόμους βιβλίων, σε μεγάλο σχήμα και σε χαρτί υπερπολυτελείας, με τον τίτλο ''Βενετικά μνημεία εις την νήσον Κρήτη''. Τα βιβλία αυτά εκδόθηκαν μόνο σε 500 αντίτυπα.

 


    
Ο Giuseppe Gerola

Τα χρόνια περνούσαν τα τρεχούμενα νερά  - πηγές λιγόστευαν κι εμείς ας αναφερθούμε στις πηγές – βρύσες, εντός και γύρω του χωριού, που συνεχίζουν έστω και λίγο να τρέχουν και διασώζονται  έως τις μέρες μας, όχι όμως και σε τόσο καλή κι αξιοπρεπή κατάσταση, για να μην πω ότι είναι προσβολή η κατάστασή τους.

 1. Την  απάνω βρύση κάτω από τον Κάστελλο, στα Περγιολίκια. 2. Στη Χανιώταινα, στην ιστορική είσοδο του χωριού μας, μέχρι το 1900 περίπου. 3. Στα Καββούσα, λίγο πιο κάτω από τη δεξαμενή του Κεφαλόβρυσου. 4. Στην είσοδο του χωριού στη θέση Κουτσουνάρι και 5. Την πηγή στο Φασκονερό.

Για την πηγή στο Φασκονερό αναφέρεται το σημερινό δημοσίευμα και αξίζει για ιστορικούς λόγους να ασχοληθούμε. Το Φασκονερό είναι ή ήταν, μια ξεχωριστή, σημαντική  πηγή του χωριού μας, που βρίσκεται καμμιά οκτακοσαριά μέτρα πέραν από τις Κουκίστρες.

Ένα ξεχωριστό νερό ελάχιστο σε ποσότητα σήμερα, (κυρίως τρέχει τους Χειμωνιάτικους μήνες), αλλά γνωστό στους κατοίκους από τα παλιά χρόνια για τις θεραπευτικές του ιδιότητες, όπως αναφέρει η παράδοση, είναι το φασκονερό της Κριτσάς, που βρίσκεται κοντά στη συνοικία Κουκίστρες, όπως προαναφέραμε. Πήρε προφανώς την ονομασία του επειδή όταν  πίνει κανείς  από αυτό, νοιώθει μια ανεπαίσθητη σφακάδα και μια ελαφρά μυρωδιά φασκομηλιάς.

Πηγάζει κάτω από ένα μεγάλο βράχο της δύσβατης  πλαγιάς.

Οι παλαιότεροι πίστευαν ότι το νερό αυτό ήταν άριστο χωνευτικό, βοηθούσε στη θεραπεία του έλκους του στομάχου και ότι διέλυε ακόμη και τις πέτρες στα νεφρά.

 Λένε επίσης ότι εκτός από τις παραπάνω ιδιότητές του, το χρησιμοποιούσαν και στο ζύμωμα, γιατί, σύμφωνα πάντα με την παράδοση, όταν ζυμώνανε με το νερό αυτό για να κάμουνε ψωμί, ανέβαινε χωρίς προζύμι η ζύμη.

Συγκεκριμένα όπως μου διηγήθηκε η Παπαπέρενα (αναφέρει ο αείμνηστος Γ. Περάκης, Ραντολόγια, Γ ΄τόμος),  ότι ζύμωνε πάντοτε με φασκονερό τα πρόσφορα του παπά και γινότανε αφράτα και μοσχομυρισμένα.

Το νερό αυτό για να ζυμώνει κάθε φορά της το κουβαλούσαν, εκτός Κυριακές και σχολάδες, από τη μικρή πηγή μέσα σε μια μπουχλίτσα , (πήλινη κανάτα), έμπιστα γειτονόπουλα, που τα φίλευε κάθε φορά αναλόγως.

 Τους έδινε όμως αυστηρή παραγγελία να μη δώσουν στο δρόμο σε κανένα αν τους ζητούσε να πιεί νερό από τη μπουχλίτσα. Αν μάθαινε πως ήπιε κάποιος, το έχυνε και δεν το χρησιμοποιούσε, το θεωρούσε ακάθαρτο και ήταν γι’ αυτή σοβαρότατο αμάρτημα να ζυμώσει πρόσφορα με ένα τέτοιο μολυσμένο νερό.

Με μια σας επίσκεψη τώρα, (αν και δύσκολο να βρεις και να διαβείς το μονοπάτι που σε φέρνει ως εκεί), η παλιά αυτή ξεχωριστή πηγή θα δείτε, ότι  δεν τρέχει το παλιό θεραπευτικό γάργαρο νερό της. Δεν μπορείς να δροσίσεις το πρόσωπό σου ή να ξεδιψάσεις. Τρέχει πολύ λίγο χρόνο, μόνο το Χειμώνα όπως γράψαμε παραπάνω   κι ένας σωλήνας και λάστιχο τοποθετημένο από κάποιο, παίρνει το νερό και  το χρησιμοποιεί φαίνεται για πότισμα του κηπάκου του, πιο κάτω προς το φαράγγι της Κριτσάς.

Κι έτσι η πηγή στο Φασκονερό σχεδόν έχει αχρηστευτεί. Σε λίγο θα είναι μια ανάμνηση και οι νεότεροι θα ακούνε γι’ αυτή και θα ρωτάνε που βρισκόταν.

Αξίζει να αναφέρουμε ότι παλαιότερα η κάτοικοι της  συνοικίας Κουκίστρες,  έπαιρναν και κουβαλούσαν από εκεί νερό για τις ανάγκες τους. Τόσο σημαντική και χρήσιμη υπήρξε αυτή η πηγή για τους κατοίκους της συνοικίας, αφού το νερό του Κεφαλόβρυσου δεν επαρκούσε, όχι και πολύ παλιά από σήμερα.

Ποιος κατασκεύασε τη δεξαμενή και τοποθέτησε και την πεσμένη σήμερα πορτούλα, για την διατήρηση του νερού καθαρού, δε γνωρίζω.

 Αυτό που μου πληροφόρησε η αγαπητή χωριανή μας, κα Θεόκλητη Ζαχαργιά, μόνιμος κάτοικος της συνοικίας, επί Προεδρίας του Γιάννη Σιγανού (Ζέρβα), στην Κοινότητα του χωριού μας, φρόντισε και  τοποθετήθηκαν  σωλήνες με έξοδα των κατοίκων κι ήρθε το νερό σε μια εξωτερική βρύση. Από εκεί έπαιρναν νερό οι κάτοικοι για τις ανάγκες τους, μέχρι που τροφοδοτήθηκε η δεξαμενή μας με περισσότερο νερό από γεώτρηση και τροφοδοτήθηκαν όλα τα νοικοκυριά.

Άλλο ένα ιστορικό στοιχείο του χωριού μας, μας καλεί να το προστατέψουμε.

Όσο περνούν τα χρόνια όλο και περισσότερα από αυτά που θυμίζουν την παλιά   Κριτσά,  αφήνονται στην αδιάκοπη φθορά του χρόνου,  με την αδιαφορία ή με τις παρεμβάσεις τους οι άνθρωποι αλλοιώνουν ή καταστρέφουν εντελώς! 



Δευτέρα 9 Οκτωβρίου 2023

ΠΑΛΙΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΣΑ

 

ΚΡΙΤΣΩΤΙΚΟΙ ΠΑΛΜΟΙ

ΟΙ ΞΥΛΟΚΟΠΟΙ (ΞΥΛΑΔΕΣ), ΤΑ ΞΥΛΟΚΑΜΙΝΑ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΡΒΟΥΝΙΑΡΗΔΕΣ, ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΣΑ ΛΑΣΙΘΙΟΥ

Ο ξυλοκόπος και η εμπορία των καυσόξυλων

Ο ξυλοκόπος ή ξυλάς,  όπως λέγεται αλλιώς, κατατάσσεται στα παραδοσιακά επαγγέλματα, που όχι μόνο άντεξαν στο χρόνο, αλλά ίσως είναι και πιο περιζήτητα από ποτέ.

Η οικονομική κρίση και η συνεχώς αυξανόμενη τιμή του πετρελαίου, οδήγησε τον κόσμο στο τζάκι και στην ξυλόσομπα, ως μέσο θέρμανσης.  Επακόλουθο είναι να χρειαζόμαστε όλο και μεγαλύτερες  ποσότητες ξύλου και μάλιστα σε μια εποχή, κατά την οποία, οι δασικές εκτάσεις συνεχώς μειώνονται και η εκμετάλλευση όσων υπάρχουν στην Ελλάδα, δεν είναι αρκετά αποδοτική.

Ξυλοκόπος, είναι αυτός που κόβει ξύλα από το δάσος, για βιοποριστικούς λόγους. Ένα πολύ παλιό επάγγελμα κατά το οποίο όχι μόνο έκοβε τα ξύλα αλλά τα μετέφερε και στον τόπο κατανάλωσής τους. Έκοβε ξύλα από μικρούς θάμνους, μέχρι κορμούς δέντρων, ανάλογα με τις ανάγκες που ήθελαν να καλύψουν. Στη συνέχεια τα φόρτωναν στα γαϊδουράκια και στα άλογα και κατευθύνονταν στο χωριό αλλά κυρίως στην πόλη, για να τα πουλήσουν.

Σάββατο 7 Οκτωβρίου 2023

ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΤΟΠΟΙ

 

                        ΚΡΙΤΣΩΤΙΚΟΙ ΠΑΛΜΟΙ

Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος Κριτσάς.

Το παλιό μοναστήρι και  προσφυγικός οικισμός, άλλο ένα σημαντικό μνημείο, χρειάζεται την προστασία μας!


Ακολουθώντας τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο από Κριτσά, προς το γειτονικό μας Κρούστα και περί τα 2,5 χιλιόμετρα, συναντάς μπροστά σου τον άλλοτε προσφυγικό οικισμό του Θεολόγου.

 Καμιά δεκαριά παλιά σπίτια άλλοτε κατοικίες των εκ Μικράς Ασίας εκδιωχθέντων οικογενειών (Κυριαζή, Κάργατζη, Μπούσδογλου, Μάπα, Βελόπουλου, Πασσά  ………).

Εδώ η εκκλησία τους παραχώρησε το 1925, τα άλλοτε κελιά και τα χωράφια του Μοναστηριού, του Ιωάννου Θεολόγου, (ιδρύθηκε τη Β’ Βυζαντινή περίοδο και λειτούργησε μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα),  για να ακουμπήσουν τη ζωή τους. Κάνοντας διάφορες εργασίες για τα προς το ζην, έζησαν μέχρι τα βαθιά τους γεράματα κι απέκτησαν αρκετά παιδιά.

Στις μέρες μας δυο φώτα βλέπεις τα βράδια αλλά εποχιακά, (αδελφοί Δημήτρης και Γεώργιος Μπούσδογλου, απόγονοι) ,να φωτίζονται τα σπίτια τους, για  να θυμίζουν κάτι από την εικόνα από τα  παλιά   χρόνια, τότε που ο οικισμός έσφυζε από ζωή.

Ανάμεσα σε δυο πηγές βρίσκεται ο οικισμός, αλλά η μια καταστράφηκε με τη διαπλάτυνση του δρόμου και η δεύτερη με δυσκολία «βγάζει» το Καλοκαίρι.  Αυτές τροφοδοτούσαν με νερό τις εκεί οικογένειες. Πριν λίγα χρόνια συνδέθηκε ο οικισμός με το ηλεκτρικό ρεύμα κι έτσι βγήκε από τα σκοτάδια. Δυο πινακίδες μπορούν να τοποθετηθούν ακόμη για να ενημερώνουν τους ξένους περαστικούς.

Στη μέση του οικισμού ξεχωρίζει κατάλευκος ο τρίκλιτος και τριμάρτυρας ναός, με το μεσαίο κλίτος να είναι αφιερωμένο στον Άγιο Ιωάννη το Θεολόγο  (εορτή 26 Σεπτεμβρίου), ενώ τα άλλα δύο είναι αφιερωμένα στη Μεταμόρφωση του Σωτήρα - Αφέντη Χριστού, (εορτή 6 Αυγούστου) και στον Άγιο Χαράλαμπο (εορτή 6 Φεβρουαρίου).

Ο ναός ιδρύθηκε γύρω στο 1211 και θεωρείται σημαντικό δείγμα της τοπικής εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής

 Και τα τρία κλίτη είναι καμαροσκεπή και συνδέονται εσωτερικά με χαμηλά τοξωτά ανοίγματα και ένα εγκάρσιο τμήμα στα δυτικά. Ο ναός έχει εισόδους βόρεια και νότια με ελαφρώς οξυκόρυφα ανακουφιστικά τύμπανα. Όλα του τα ανοίγματα, θυρώματα, παράθυρα και αγιοθύριδα κοσμούνται με λιθανάγλυφα πλαίσια.

Ο ναός ακόμα κοσμείται με τοιχογραφίες που χρονολογούνται με επιγραφή στα 1347 – 1348. Η μονή αναφέρεται με δικό της μετόχι, περιουσία και διοικητική εξάρτηση από τη μονή Τοπλού, στην οποία υπήχθη κατά το 16ο ή 17ο αιώνα. Υπάρχουν αναφορές για το μοναστήρι και τους μοναχούς του σε έγγραφα του 19ου αιώνα.

Το παλαιότερο χρονολογικά στοιχείο του Θεολόγου είναι ο θεωρούμενος θαυματουργός σταυρός λιτανείας που προέρχεται από τη μονή και σήμερα φυλάσσεται στο Ιστορικό Μουσείο Κρήτης, ο οποίος χρονολογείται μάλλον στο 13ο αιώνα.

 Όπως όλα τα μοναστήρια του Μεραμβέλλου υπήρξε ορμητήριο επαναστατικών εξορμήσεων κατά την τουρκοκρατία και διαλύθηκε το 1905.

Η Μονή Θεολόγου λόγω της ορεινής απόκεντρου και φύσει οχυρής θέσης (τότε δεν περνούσε ο δρόμος Κριτσάς -Κρούστας), διαδραμάτισε σπουδαιότατο ρόλο, ιδίως στις διάφορες Κρητικές επαναστάσεις. Στο Μοναστήρι εύρισκαν περίθαλψη και τροφοδοσία οι διαβιούντες στα γύρω βουνά χαϊνιδες (αρματωλοί) οι οποίοι ήταν ο φόβος και ο τρόμος των Αγάδων των πεδινών χωριών.

Η παράδοση αναφέρει ότι ένας Τούρκος, που πυροβόλησε την εικόνα του αγίου Ι. θεολόγου, έχασε το μάτι του από τη δική του σφαίρα, που κτυπώντας την εικόνα γύρισε και του βγαλε το μάτι.

 Άλλη παράδοση αναφέρει ότι κάποιος που πήγε να κλέψει ένα μελίσσι του αγίου, έμεινε καθηλωμένος πάνω στο μαντρότοιχο με τη διψέλη (κυψέλη) στον ώμο μέχρι το πρωί που πήγε ο ηγούμενος και με δεήσεις τον ελευθέρωσε.

Η εκκλησία του Θεολόγου με τις ωραίες παλιές εικόνες και αγιογραφίες εθεωρείτο πάντοτε  από τις πλέον θαυματουργές εκκλησίες της περιοχής και γι' αυτό και σήμερα ακόμη εορτάζεται με μεγάλη ευλάβεια από τους κατοίκους της Κριτσάς.

Και μια ιστορία από τα ραντολόγια του Κριτσώτη, αείμνηστου δασκάλου και λαογράφου, Γεωργίου Περάκη

Εκειά στο μοναστήρι, στην ανατολική ντου πλευρά, είναι και σήμερα ακόμη ένας πρίνος που ισκιάζει το μοναστήρι.

 Ένας Κριτσώτης μια φορά επήγε μ’ ένα σάρακα να καθαρίσει τον πρίνο και να κόψει ένα κλώνο που κατέβαινε μιαολιά  χαμηλά.

Αρχινά να σαρακίζει. Μα μια κοπανιά εκιά που σαράκιζε, επιάστηκε η χέρα ντου και ούτε ομπρός , ούτε πίσω ο σάρακας!

 Εφοβήθηκε ο κακομοίρης και παράτησε μεσοκομμένο τον κλώνο. Δεν τον επόκοψε γιατί δεν ήθελε φαίνεται ο Άγιος. Η χέρα ντου η δεξά που βάστανε το σάρακα επρήστηκε και ήκαμε ένα μήνα να ξεπρηστεί για να δουλέψει.

Ο κλώνος κιοσάς δεν εξεράθηκε, μα ήδεσε εντελώς και επόμεινε εφτάγερος στη θέση ντου. Στις μέρες μας ζει και βασιλεύει και οι περαστικοί απολαμβάνουν τη δροσιά του.

 

Ο τόσο σημαντικός ναός, παρά  την ιστορία  και την αρχαιολογική σπουδαιότητά του, οφείλουμε  να παραδεχτούμε ότι με μια επίσκεψη και με την πρώτη ματιά του ο επισκέπτης δε θα νιώσει και τόσο ευχάριστα.

Έχει εμφανή σημάδια φθορών λόγω του χρόνου, των καιρικών συνθηκών και την παραμέλησή μας.

 Οι τοίχοι έχουν υποστεί ρηγματώσεις , η υγρασία έχει καταστρέψει τοιχογραφίες και η κατάσταση πίσω από το ναό δεν περιγράφεται. Ερείπια τα παλιά κελιά κι  ένας ψηλός τοίχος που ορθώνεται ακόμη, κινδυνεύει πέφτοντας να δημιουργήσει μεγάλη ζημιά στο ναό.

Τέτοια προβληματική εικόνα παρουσιάζει αυτό το αξιόλογο μνημείο του χωριού μας αλλά και της ευρύτερης περιοχής.

Εγώ σαν ενεργός πολίτης της Κριτσάς αυτά τα ολίγα έχω να πω και όποιος έχει αρμοδιότητα ας μεριμνήσει για τη σωτηρία του. Φανταστείτε μια συνολική ανάπλαση ναού , σπιτιών και γενικά ευπρεπισμό του γύρω χώρου.

 Η Κριτσά θα αποκτήσει αμέσως άλλον ένα μαζί με την Παναγία Κερά, αξιολογότατο θρησκευτικό τουριστικό προορισμό, με πολλαπλά οφέλη για το χωριό μας.

Κύριοι, δεν υπάρχουν περιθώρια χρόνου για τη σωτηρία του μνημείου. Έχουμε καθήκον, υποχρέωση να διασώζουμε ότι μας κληροδότησαν οι πρόγονοί μας κι εμείς να τα αφήνουμε παρακαταθήκη στις επόμενες γενιές.

                        ΓΙΑΝΝΗΣ Κ. ΤΑΒΛΑΣ Δάσκαλος, ο εκ Κριτσάς

 

 

 


ΑΦΙΕΡΩΜΑ

  Ο ΙΔΡΥΤΗΣ ΤΟΥ ΑΓΡΟΤΙΚΟΥ   ΕΛΑΙΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΥ ΚΡΙΤΣΑΣ,     ΠΑΠΑΔΟΥΛΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ, (ΠΑΠΑΔΟΥΛΟΚΩΝΣΤΑΝΤΗΣ) Ένας ευφυής Κριτσώτης μ...